“Καταλαβαίνεις καθόλου ότι ο γιος μου στερείται τα πάντα για χάρη σου;” — η Σοφία τράβηξε ασυναίσθητα το κινητό και προσπάθησε να κρατήσει σταθερή τη φωνή της

Απαράδεκτη κατηγορία που εξευτελίζει κάθε αξιοπρέπεια.
Ιστορίες

και, απ’ ό,τι έμαθα, πήρε και προαγωγή, αλλά τη διατροφή ούτε που σκέφτηκε να την αυξήσει.

Στην άλλη άκρη της γραμμής, η Στυλιανή Ζαχαριάδης, η μητέρα της Σοφίας, αναστέναξε βαριά.

— Σου το έλεγα από την αρχή πως αυτός ο άνθρωπος είναι σφιχτοχέρης μέχρι αηδίας. Εσύ όμως τότε έλεγες μόνο «τον αγαπώ» και «δεν έχει σημασία». Θυμάσαι στον γάμο πώς η μάνα του απαιτούσε να πληρώσουμε εμείς σχεδόν τα πάντα; Το ογδόντα τοις εκατό των εξόδων ήθελε να το φορτώσει σ’ εμάς. Και μετά, όταν μένατε μαζί, δεν μέτραγε ακόμα και τα λεπτά;

— Τα θυμάμαι, μαμά, — είπε κουρασμένα η Σοφία. — Το θέμα είναι τι κάνω τώρα.

— Τι κάνεις; Πας δικαστικά, αυτό κάνεις! Είναι υποχρεωμένος να δίνει το είκοσι πέντε τοις εκατό από τον μισθό του, όχι αυτά τα ψίχουλα που σου πετάει.

Η Σοφία έμεινε για λίγο σιωπηλή, με το ακουστικό κολλημένο στο αυτί. Ίσως η μητέρα της να είχε δίκιο. Ίσως είχε έρθει η στιγμή να σταματήσει να φοβάται τις φωνές, τις απειλές και τις ειρωνείες του Δημήτριου και να αρχίσει επιτέλους να υπερασπίζεται την Ελένη.

Την επόμενη μέρα, στο γραφείο, παρουσιάστηκε ένας καινούργιος υπάλληλος. Τον έλεγαν Αλέξανδρο Ανδρέου και είχε μετατεθεί από υποκατάστημα άλλης πόλης. Ψηλός, με ήρεμο χαμόγελο και βλέμμα που έδειχνε προσοχή στον συνομιλητή του, κατάφερε σχεδόν αμέσως να κερδίσει τη συμπάθεια όλων.

— Σοφία, μπορείς να δείξεις στον καινούργιο συνάδελφο πώς λειτουργούν τα πράγματα εδώ; — της ζήτησε ο Φώτιος Δημητριάδης.

Καθώς τον ξεναγούσε στους χώρους του γραφείου, η Σοφία έμαθε πως και ο Αλέξανδρος ήταν χωρισμένος. Είχε έναν γιο δέκα χρονών, ο οποίος έμενε με τη μητέρα του.

— Πρέπει να είναι δύσκολο να μη βλέπεις συχνά το παιδί σου, — είπε εκείνη διστακτικά.

— Δεν είναι καθόλου εύκολο, — παραδέχτηκε ο Αλέξανδρος. — Προσπαθώ όμως να περνάω μαζί του όλα τα Σαββατοκύριακα και τις διακοπές. Και φυσικά βοηθάω οικονομικά όσο μπορώ. Μπορεί κάποιες φορές τα χρήματα να ζορίζουν, όμως το παιδί δεν μπαίνει στη ζυγαριά. Είναι πάνω απ’ όλα.

Χωρίς να το θέλει, η Σοφία τον σύγκρινε με τον Δημήτριο. Εκείνος έβλεπε την κόρη του μια φορά τον μήνα, κι αυτό λες και του έκαναν χάρη που εμφανιζόταν.

Το απόγευμα, μόλις τελείωσε τη δουλειά, η Σοφία δεν γύρισε αμέσως στο σπίτι. Πέρασε πρώτα από ένα δικηγορικό γραφείο για συμβουλή. Κάθισε αρκετή ώρα απέναντι από τη δικηγόρο, εξηγώντας την κατάσταση από την αρχή, δείχνοντας χαρτιά, απαντώντας σε ερωτήσεις και σημειώνοντας όσα της έλεγαν.

— Λοιπόν, — συνόψισε στο τέλος η Καλλιόπη Καρακόστα, — χρειαζόμαστε αποδείξεις για το νέο του εισόδημα. Φωτογραφίες του αυτοκινήτου, μαρτυρίες για την προαγωγή, όποιο έγγραφο ή στοιχείο μπορείτε να βρείτε. Αν συγκεντρώσουμε υλικό, καταθέτουμε αίτηση για επανυπολογισμό της διατροφής.

— Κι αν δεν αποδειχθεί τίποτα; — ρώτησε η Σοφία, νιώθοντας ξανά εκείνη την παλιά ανασφάλεια να την τραβά προς τα πίσω.

— Θα αποδειχθεί, — απάντησε σταθερά η Καλλιόπη. — Δεν ασχολούμαι πρώτη φορά με τέτοιες υποθέσεις. Πολλοί πατέρες προσπαθούν να κρύψουν εισοδήματα, όμως τα δικαστήρια, στις περισσότερες περιπτώσεις, κοιτάζουν πρώτα το συμφέρον του παιδιού.

Εκείνο το βράδυ, στο σπίτι, η Σοφία έφτιαξε ένα μικρό σχέδιο. Πρώτα θα μάζευε αποδείξεις. Ύστερα θα μιλούσε ανοιχτά με τον Δημήτριο, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς να αφήσει τη μητέρα του να μπει στη μέση.

Το Σάββατο ο Δημήτριος ήρθε να δει την κόρη του. Η Ελένη έπαιζε στο δωμάτιό της, ενώ οι δυο τους κάθισαν στην κουζίνα. Εκείνος έδειχνε πιο καλοστεκούμενος από ποτέ: καινούργιο πουκάμισο, ακριβό ρολόι, ύφος ανθρώπου που πίστευε πως όλα του ανήκαν.

— Πρέπει να μιλήσουμε, — είπε η Σοφία.

— Για ποιο πράγμα; — έκανε εκείνος, ρίχνοντας επιδεικτικά μια ματιά στο ρολόι του. — Δεν έχω πολύ χρόνο.

— Για τη νέα σου θέση. Για τον μισθό σου. Και για το γιατί η διατροφή της Ελένης παραμένει ίδια.

Το πρόσωπο του Δημήτριου σκοτείνιασε απότομα.

— Ποιος σου τα είπε αυτά; Η Μαρίνα Μεταξά; Αυτή δεν μπορεί ποτέ να κοιτάξει τη δουλειά της!

— Δεν έχει σημασία ποιος μου το είπε, — τον έκοψε η Σοφία. — Σημασία έχει πως αποκρύπτεις τα πραγματικά σου εισοδήματα και πληρώνεις λιγότερα απ’ όσα οφείλεις.

— Έχεις τρελαθεί τελείως; — αγανάκτησε εκείνος. — Ήδη δίνω ό,τι μου περισσεύει! Έχω δάνεια, έχω στεγαστικό!

— Στεγαστικό; — επανέλαβε εκείνη, σηκώνοντας τα φρύδια. — Για καινούργιο διαμέρισμα; Πολύ ωραία. Άλλο ένα στοιχείο για το δικαστήριο.

Ο Δημήτριος γέλασε κοροϊδευτικά.

— Δεν θα αποδείξεις τίποτα. Και δεν είμαι υποχρεωμένος να σου δίνω λογαριασμό.

— Είσαι, — είπε η Σοφία ήρεμα. — Όχι επειδή το ζητάω εγώ, αλλά επειδή το ορίζει ο νόμος. Κι αυτή τη φορά δεν θα περάσει μέσα από τη μητέρα σου. Θα γίνει κανονικά, μέσω δικαστηρίου. Μπορούσες να σταθείς σωστά απέναντι στο παιδί σου, αλλά προτίμησες να κάνεις οικονομία πάνω στην ίδια σου την κόρη. Αυτό τελειώνει εδώ.

Ο Δημήτριος πετάχτηκε όρθιος.

— Θα το μετανιώσεις, Σοφία. Να το θυμάσαι.

— Μη με απειλείς, — σηκώθηκε κι εκείνη. — Η Ελένη είναι παιδί σου. Και θα τη στηρίζεις όπως πρέπει. Αλλιώς θα εξηγήσεις στον δικαστή γιατί κυκλοφορείς με καινούργιο τζιπ, ενώ για την κόρη σου δίνεις εβδομήντα ευρώ.

Έφυγε χτυπώντας την πόρτα τόσο δυνατά, που η Ελένη βγήκε τρομαγμένη από το δωμάτιό της.

— Μαμά, έφυγε ο μπαμπάς;

— Ναι, καρδούλα μου. Είχε δουλειές.

— Μα μου είχε υποσχεθεί ότι θα πάμε στον ζωολογικό κήπο…

Η Σοφία την τράβηξε στην αγκαλιά της και της χάιδεψε τα μαλλιά.

— Θα πάμε οι δυο μας. Το επόμενο Σαββατοκύριακο. Θέλεις;

Ψίθυροι Ζωής