“Η Αναστασία θα έρθει να μείνει εδώ από αύριο” — ανακοίνωσε ο Παναγιώτης με αυτάρεσκη σιγουριά, ενώ η Ειρήνη άφησε αργά το πιρούνι και τον κοίταξε με παγωμένη, σχεδόν εξεταστική ηρεμία

Αυταρχική αποφασιστικότητα, ψυχρά αλαζονική και αβάσταχτη.
Ιστορίες

Το ψυγείο μετατράπηκε σε στρατηγικό χάρτη εμπόλεμης ζώνης. Το δεξί ράφι το είχε καταλάβει η Σπυριδούλα, με τα βάζα και τα τάπερ της παραταγμένα σε αυστηρές σειρές. Στα αριστερά κυριαρχούσαν τα καθαρά, σχολαστικά κολλημένα με ετικέτες κουτάκια της Ουρανίας. Αν κάποιο χέρι, έστω και κατά λάθος, ακουμπούσε την περιοχή της άλλης, το περιστατικό ερμηνευόταν αμέσως ως εχθρική ενέργεια.

Η κορύφωση ήρθε με τη σούπα παντζαριού. Και οι δύο μητέρες αποφάσισαν, λες και είχαν συνεννοηθεί με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, να τη μαγειρέψουν την ίδια ακριβώς μέρα. Πάνω στην κουζίνα στέκονταν δύο κατσαρόλες σαν αντίπαλα στρατόπεδα, σκορπίζοντας στον αέρα διαφορετικές μυρωδιές και, μαζί τους, διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Το βράδυ ο Παναγιώτης θα έπρεπε να επιλέξει από ποια σούπα θα έτρωγε. Και ήξερε πολύ καλά πως οποιαδήποτε επιλογή θα ισοδυναμούσε με επίσημη κήρυξη πολέμου. Η κόλαση μόλις άρχιζε.

Οι ανοιχτές συγκρούσεις των πρώτων ημερών κόπασαν γρήγορα, όμως στη θέση τους γεννήθηκε κάτι πολύ πιο εξαντλητικό: ένας υπόγειος ανταρτοπόλεμος. Ο αέρας μέσα στο διαμέρισμα έγινε βαρύς, ακίνητος, σαν να βρισκόταν κανείς σε σφραγισμένο υπόγειο μνήμα, όπου μια απρόσεκτη λέξη μπορούσε να προκαλέσει κατολίσθηση. Οι φωνές και οι καβγάδες σταμάτησαν· αντικαταστάθηκαν από μια κολλώδη, ασφυκτική σιωπή, γεμάτη επιτιμητικά βλέμματα, επιδεικτικούς αναστεναγμούς και ηχηρές παύσεις που έλεγαν περισσότερα από κραυγές. Η Ειρήνη και η μητέρα της είχαν περάσει στο επόμενο στάδιο του σχεδίου τους: στη συστηματική αποδόμηση της ψυχικής αντοχής του Παναγιώτη.

Το κέντρο των επιχειρήσεων παρέμενε, φυσικά, η κουζίνα. Η Σπυριδούλα, πιστή οπαδός του χορταστικού, λιπαρού και «κανονικού» φαγητού, μαγείρευε σε τεράστιες ποσότητες, καταλαμβάνοντας για ώρες τα μάτια της κουζίνας και τον φούρνο. Η Ουρανία, υπέρμαχος της υγιεινής διατροφής, υπέφερε σιωπηλά ώσπου να έρθει η σειρά της να ετοιμάσει τη διαιτητική της σούπα με μπρόκολο.

Μια μέρα, ενώ η σούπα της Ουρανίας σιγόβραζε ήδη σε χαμηλή φωτιά, η Σπυριδούλα εμφανίστηκε στην κουζίνα κρατώντας την αλατιέρα.

— Αχ, Ουρανία, τι λαχταριστό πρασινάκι είναι αυτό! — κελάηδησε με γλυκύτητα. — Την αλατίσατε ή ακόμα; Γιατί εγώ τηγανίζω μπιφτέκια για τον Παναγιώτη και σκέφτηκα μήπως του φανούν ανάλατα.

— Το αλάτι το βάζω στο τέλος, Σπυριδούλα. Ευχαριστώ.

— Να δοκιμάσω μια σταλιά, επιτρέπεται; — είπε εκείνη, χωρίς να περιμένει την άδεια. Βούτηξε το κουτάλι στην κατσαρόλα, δοκίμασε, μάζεψε τα χείλη της και αμέσως τίναξε μέσα μια γενναία δόση αλατιού. — Να, έτσι! Ήθελα μόνο να δω αν είναι εντάξει. Μάλλον μου έτρεμε το χέρι. Τα γεράματα, Ουρανία μου, δεν είναι χαρά.

Έφυγε αφήνοντας πίσω της την Ουρανία να κοιτάζει το καταστραμμένο δημιούργημά της. Εκείνη δεν είπε λέξη. Πήρε απλώς την κατσαρόλα, πήγε στον νεροχύτη και άδειασε το περιεχόμενο στην αποχέτευση, με μια σιωπή πιο τρομακτική από οποιαδήποτε έκρηξη.

Η εκδίκηση σερβιρίστηκε την επόμενη μέρα. Η Σπυριδούλα καμάρωνε ιδιαίτερα για μια κατάλευκη, κολλαρισμένη μπλούζα της, φυλαγμένη αποκλειστικά «για καλές περιστάσεις». Η Ουρανία, ξεκινώντας δήθεν ένα μεγάλο ξεκαθάρισμα και πλύσιμο, την άρπαξε «κατά λάθος» μαζί με τα καινούργια μπλε τζιν του Παναγιώτη.

— Σπυριδούλα, μην ταράζεστε καθόλου — είπε το βράδυ, με ύφος αγγελικής αθωότητας, κρατώντας μπροστά της την μπλούζα που είχε αποκτήσει απαλές γαλάζιες κηλίδες. — Την έβαλα με τα χρωματιστά. Είπα να τη φρεσκάρω λιγάκι. Το άσπρο θαμπώνει τόσο γρήγορα σε αυτή την πόλη· τώρα τουλάχιστον απέκτησε μια πιο αριστοκρατική απόχρωση.

Η Σπυριδούλα πάγωσε σαν άγαλμα. Το πρόσωπό της έγινε κόκκινο σαν παντζάρι και τα δάχτυλά της έκλεισαν σε γροθιές. Δεν μπορούσε όμως να αποδείξει τίποτα. Δεν ήταν επίθεση· ήταν «βοήθεια», ήταν «φροντίδα».

Ο βασικός στόχος, παρ’ όλα αυτά, ήταν ο Παναγιώτης. Αυτός αποτελούσε το τρόπαιο που καθεμία από τις δύο μητέρες προσπαθούσε να σύρει στο δικό της στρατόπεδο. Δεν γύριζε πια από τη δουλειά στο σπίτι· βάδιζε προς τον τόπο της εκτέλεσής του. Κάθε βράδυ, την ώρα που έβαζε το κλειδί στην κλειδαριά, σταματούσε για μια στιγμή και αφουγκραζόταν, προσπαθώντας από τους ήχους να καταλάβει τη διάταξη των εχθρικών δυνάμεων. Όμως πίσω από την πόρτα, χωρίς εξαίρεση, τον περίμεναν και οι δύο.

— Παναγιώτη μου, παιδί μου, γύρισες! — ορμούσε πρώτη η Σπυριδούλα, επιχειρώντας να του πάρει την τσάντα. — Κουράστηκες, χρυσό μου; Σου έφτιαξα πουρέ με μπιφτέκια, ζεστά ζεστά!

— Παναγιώτη, μην βιάζεσαι — παρενέβαινε αμέσως η Ουρανία, απλώνοντάς του τις παντόφλες. — Πρώτα θα πλύνεις τα χέρια σου και θα αλλάξεις ρούχα. Δεν φέρνουμε τη σκόνη του δρόμου μέσα στο σπίτι. Και για βραδινό είναι προτιμότερο κάτι ελαφρύ· σου ετοίμασα σαλάτα με λαχανικά.

Τον τραβούσαν κυριολεκτικά από δύο πλευρές. Καθόταν στο τραπέζι και μπροστά του εμφανίζονταν δύο πιάτα. Έπαιρνε μια μπουκιά από τον πουρέ και η Σπυριδούλα κοίταζε θριαμβευτικά την Ουρανία. Ανακάτευε με το πιρούνι τη σαλάτα και η Ουρανία έριχνε στην αντίπαλό της ένα βλέμμα γεμάτο ψυχρή διανοητική υπεροχή.

Το αριστερό μάτι του Παναγιώτη άρχισε να τρεμοπαίζει. Σε κάθε ξαφνικό θόρυβο τιναζόταν. Μιλούσε όλο και λιγότερο, απαντώντας σχεδόν αποκλειστικά με μονοσύλλαβες λέξεις. Το σπίτι έπαψε να είναι καταφύγιο· είχε μετατραπεί σε θάλαμο βασανιστηρίων.

Η Ειρήνη έμενε έξω απ’ όλα αυτά. Ήταν η ουδέτερη ζώνη· ευγενική, αδιαπέραστη και απολύτως αμέτοχη στην επιφάνεια. Τα βράδια καθόταν με ένα βιβλίο στα χέρια, ενώ γύρω της μαίνονταν αόρατες καταιγίδες. Ένα απόγευμα, όταν ένας καβγάς για τον σωστό τρόπο σιδερώματος των ρούχων οδήγησε τον Παναγιώτη στα όρια της παράνοιας και τον έκανε να καταφύγει σχεδόν τρέχοντας στην κρεβατοκάμαρα, η Ουρανία πέρασε αθόρυβα δίπλα από την πολυθρόνα της κόρης της και ψιθύρισε:

— Λίγες μέρες ακόμα, Ειρήνη. Ο πελάτης σχεδόν ψήθηκε.

Η Ειρήνη, χωρίς να σηκώσει τα μάτια από το βιβλίο της, έγνεψε ανεπαίσθητα. Το σχέδιό τους λειτουργούσε άψογα.

Ψίθυροι Ζωής