Η Ειρήνη πήρε το πιρούνι της και, με προκλητικά καλή όρεξη, κάρφωσε ένα κομμάτι αγγούρι.
— Να τις καλέσουμε και τις δύο, λοιπόν; Το τρίτο δωμάτιο είναι άδειο. Θα βάλουμε δύο κρεβάτια, ένα από τη μια μεριά κι ένα από την άλλη. Θα περάσουμε υπέροχα. Σαν μεγάλη μεσογειακή οικογένεια. Το συμφωνήσαμε;
Ο Παναγιώτης έσπρωξε αμίλητος το πιάτο του με το μισοφαγωμένο κοτόπουλο. Η πείνα του είχε εξαφανιστεί. Κοίταζε τη γυναίκα του και καταλάβαινε πως ούτε αστειευόταν ούτε δοκίμαζε τα νεύρα του στα τυφλά. Στα μάτια της έλαμπε η ψυχρή, παθιασμένη φλόγα ενός στρατηγού που ανυπομονεί για την επόμενη κίνηση. Εκείνος ακόμα ήλπιζε πως επρόκειτο για μια παράλογη έμπνευση της στιγμής και ότι θα έκανε πίσω. Δεν γνώριζε, όμως, πως το διαβολικό σχέδιο δεν το είχε επινοήσει η ίδια, αλλά η ιδιοφυής μητέρα της, σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε προηγηθεί μόλις μία ώρα νωρίτερα. Και το σχέδιο είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή.
Δύο μέρες αργότερα, το τριάρι τους έπαψε να τους ανήκει. Μετατράπηκε σε πεδίο βολής, σε ουδέτερη ζώνη όπου δύο αντίπαλες δυνάμεις ετοιμάζονταν να συγκρουστούν.
Πρώτη κατέφθασε η Σπυριδούλα. Δεν μπήκε απλώς στο χωλ· κύλησε μέσα σαν μπάλα του μπόουλινγκ, ενώ πίσω της εμφανίστηκε ο Παναγιώτης, φορτωμένος με δύο τεράστιες καρό τσάντες και μια παλιά, καλοδιατηρημένη βαλίτσα με ροδάκια.
— Λοιπόν, υποδεχτείτε την ένοικό σας! — ανακοίνωσε από το κατώφλι, ρίχνοντας γύρω της ένα βλέμμα ιδιοκτήτριας που επιθεωρεί το ακίνητό της. — Παναγιώτη, τη βαλίτσα κατευθείαν στο δωμάτιο. Τις τσάντες στην κουζίνα, έχουν φαγώσιμα μέσα, μην πάθουν τίποτα. Ειρήνη μου, τι είναι αυτή η σκόνη στη γωνία; Θέλει ένα πέρασμα.
Κινούνταν αποφασιστικά, χωρίς παύσεις, γεμίζοντας μόνη της ολόκληρο τον χώρο. Η ενέργειά της θύμιζε φυσικό φαινόμενο: θορυβώδης, σαρωτική και εντελώς αδιάφορη σε αντιρρήσεις. Μπήκε αμέσως στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο, κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι αντικρίζοντας τα μισοάδεια ράφια και άρχισε να βγάζει από τις τσάντες τα σπιτικά της φαγητά. Με σταθερές κινήσεις έσπρωξε το κομψό βαζάκι με τις ελιές της Ειρήνης στην πιο απόμερη γωνία. Δεν ζήτησε άδεια. Επέβαλε απλώς τη δική της τάξη, τη μοναδική σωστή, η οποία δεν προσφερόταν για συζήτηση.
Μία ώρα αργότερα ακούστηκε δεύτερο κουδούνι. Η Ουρανία παρουσιάστηκε στο κατώφλι ήσυχα, σχεδόν αθόρυβα. Φορούσε κομψό παλτό και κρατούσε μια μικρή, φίνα τσάντα. Ήταν το απόλυτο αντίθετο της Σπυριδούλας· δεν έπεφτε πάνω σου σαν τσουνάμι, αλλά ανέβαινε γύρω σου σαν στάθμη νερού, που την αντιλαμβάνεσαι μόνο όταν έχει ήδη φτάσει στα γόνατα.
— Καλησπέρα σας — είπε απαλά, προσφέροντας στην Ειρήνη το πουδραρισμένο της μάγουλο για φιλί. — Παναγιώτη, χαίρομαι που σε βλέπω. Διαπιστώνω πως έχετε ήδη παρέα.
Το βλέμμα της γλίστρησε στο χωλ και στάθηκε στη Σπυριδούλα, η οποία εκείνη τη στιγμή ξεπρόβαλε από την κουζίνα κρατώντας ένα βρεγμένο πανί.
— Η Σπυριδούλα — είπε ο Παναγιώτης, συστήνοντας τις δύο μητέρες, ενώ ένιωθε κρύο ιδρώτα να κυλάει στην πλάτη του.
— Ουρανία — αποκρίθηκε η μητέρα της Ειρήνης με ευγενικό, μα παγωμένο χαμόγελο.
Το πρώτο αίμα χύθηκε το ίδιο βράδυ. Μετά το δείπνο, που αποτελούνταν από κεφτεδάκια φερμένα από τη Σπυριδούλα, όλοι μεταφέρθηκαν στο σαλόνι.
Η Σπυριδούλα, σαν νόμιμη κυρά του σπιτιού, βυθίστηκε στην αγαπημένη πολυθρόνα του Παναγιώτη και άρπαξε με αποφασιστικότητα το τηλεχειριστήριο. Στις εννέα ακριβώς άρχιζε η αγαπημένη της σειρά, ένα δακρύβρεχτο δράμα για τη βαριά μοίρα των γυναικών.
— Ωραία, τώρα ξεκινούν τα «Συντρίμμια της Ευτυχίας» — δήλωσε και πάτησε το κουμπί.
— Μήπως θα μπορούσαμε να βάλουμε την ΕΡΤ2; — ρώτησε η Ουρανία με μειλίχια φωνή. — Απόψε έχει μετάδοση από την Όπερα της Βιέννης. Ο άνθρωπος χρειάζεται και κάτι για την ψυχή, όχι μόνο όλα αυτά.
Το «όλα αυτά» ακούστηκε σαν καταδικαστική απόφαση εναντίον κάθε λαϊκού, φτηνού θεάματος. Η Σπυριδούλα γύρισε αργά το κεφάλι της. Το πρόσωπό της, κοκκινισμένο μετά το φαγητό, σκοτείνιασε σαν σύννεφο πριν από καταιγίδα.
— Όλη μέρα ήμουν στο πόδι, μάζευα πράγματα, κουβαλούσα, κουράστηκα. Θέλω να δω τη σειρά μου και να ξεκουραστώ.
— Ξεκούραση γίνεται και με κλειστά μάτια — ανταπάντησε η Ουρανία, χωρίς να εγκαταλείψει ούτε στιγμή τον ευγενικό της τόνο. — Η καλή μουσική, αντιθέτως, ηρεμεί το νευρικό σύστημα. Παναγιώτη, δεν νομίζω να έχεις αντίρρηση να ακούσουμε λίγο Μότσαρτ;
Ο Παναγιώτης ένιωσε σαν στόχος πάνω στον οποίο είχαν στραφεί ταυτόχρονα δύο κάννες.
— Μητέρες, γιατί κάνετε σαν μικρά παιδιά; Ας δούμε ειδήσεις. Είναι μια μέση λύση.
Όμως για συμβιβασμό δεν υπήρχε πια χώρος. Δεν επρόκειτο πλέον για το τηλεοπτικό πρόγραμμα· ήταν μάχη εξουσίας. Η Ειρήνη, καθισμένη στην άλλη άκρη του καναπέ, παρακολουθούσε σιωπηλή τη σκηνή, με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο να κρύβεται στις άκρες των χειλιών της.
Το επόμενο πρωί ο πόλεμος ανέβηκε επίπεδο. Η σύγκρουση για το μπάνιο άρχισε στις επτά. Η Σπυριδούλα το κατέλαβε πρώτη και για ώρα πολλή· το νερό έτρεχε δυνατά, ενώ εκείνη τραγουδούσε λαϊκά τραγούδια με όλη της την καρδιά. Η Ουρανία περίμενε τη σειρά της με πρόσωπο πέτρινο. Έπειτα κλείστηκε κι εκείνη μέσα για εξίσου πολλή ώρα, μόνο που το έκανε μέσα σε απόλυτη, νεκρική σιωπή, πράγμα που αποδείχθηκε ακόμα πιο εκνευριστικό. Ο Παναγιώτης, που ήδη αργούσε στη δουλειά, αναγκάστηκε τελικά να πλύνει τα δόντια του στην κουζίνα.
