«Ο ρόλος σου εδώ είναι να μας υπηρετείς» είπε ο Αλέξανδρος καθώς τη χαστούκισε στο κατώφλι και εκείνη δεν απάντησε

Απαίσιος, αδικαιολόγητος εμπαιγμός που τσακίζει καρδιές.
Ιστορίες

Οι αστυνομικοί τον ακινητοποίησαν αμέσως, τον κόλλησαν στον τοίχο και του πέρασαν χειροπέδες.

Η Νεφέλη ξέσπασε σε ουρλιαχτά.

«Δεν έχετε δικαίωμα να τον πάρετε έτσι! Αυτό είναι το σπίτι του!»

Η Μελίνα γύρισε και την κοίταξε. Ήταν η πρώτη φορά που της χάριζε κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο, τόσο αχνό που σχεδόν χανόταν.

«Όχι, Νεφέλη. Αυτό το σπίτι δεν υπήρξε ποτέ δικό του».

Ο Δημήτριος άνοιξε ξανά τον φάκελό του και έβγαλε ένα ακόμη έγγραφο.

Ο τίτλος ιδιοκτησίας ήταν στο όνομα της Μελίνας.

Εκείνη είχε αγοράσει το ακίνητο τρία χρόνια πριν γνωρίσει τον Αλέξανδρο, χρησιμοποιώντας χρήματα από μια επένδυση που είχε κάνει μαζί με τον πατέρα της.

Η Σταματία άρπαξε τα χαρτιά από τα χέρια του δικηγόρου.

«Ψέματα! Πλαστά είναι όλα! Ο γιος μου πληρώνει τα πάντα εδώ μέσα!»

«Ο γιος σας δεν πληρώνει ούτε τον ΕΝΦΙΑ», απάντησε ψυχρά ο Δημήτριος. «Και από αυτή τη στιγμή, η ιδιοκτήτρια ανακαλεί την άδεια παραμονής σας στην κατοικία».

Η Νεφέλη έμεινε ακίνητη, σαν να είχε παγώσει.

«Δηλαδή μας πετάς έξω;»

«Έχετε δεκαπέντε λεπτά για να πάρετε ρούχα και προσωπικά αντικείμενα, εφόσον μπορείτε να αποδείξετε ότι σας ανήκουν».

Οι άντρες ασφαλείας του συγκροτήματος συνόδευσαν τις δύο γυναίκες στον επάνω όροφο.

Τότε, το κινητό του Αλέξανδρου, που είχε μείνει πάνω στο τραπέζι, άρχισε να δονείται ασταμάτητα.

Κλήσεις από το διοικητικό συμβούλιο.

Από το νομικό τμήμα.

Από έναν εξωτερικό οικονομικό ελεγκτή.

Και από έναν αριθμό που ο Αλέξανδρος αναγνώριζε καλύτερα απ’ όλους.

Τον ίδιο τον διευθύνοντα σύμβουλο.

Η Μελίνα κοίταξε την οθόνη, χωρίς όμως να αγγίξει τη συσκευή.

Ο Δημήτριος πλησίασε στο πλευρό της και της μίλησε χαμηλόφωνα.

«Οι ελεγκτές εντόπισαν τις μεταφορές χρημάτων. Αύριο θα τον καλέσουν για εξηγήσεις».

Η Μελίνα έγνεψε ήρεμα.

«Το περίμενα».

«Υπάρχει και κάτι ακόμη», πρόσθεσε εκείνος. «Η αγορά των μετοχών ολοκληρώθηκε σήμερα το απόγευμα».

Εκείνη τον κοίταξε σιωπηλά.

«Τι ποσοστό;»

«Πενήντα τρία τοις εκατό».

Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, η Μελίνα χαμογέλασε αληθινά.

Ο Αλέξανδρος δεν το γνώριζε ακόμη.

Μόλις είχε συλληφθεί επειδή χτύπησε τη γυναίκα που, από εκείνο κιόλας το απόγευμα, έλεγχε την εταιρεία όπου εκείνος πίστευε πως ήταν άτρωτος.

Και αυτό δεν ήταν καν το χειρότερο που θα μάθαινε το επόμενο πρωί.

ΜΕΡΟΣ 3

Στις έξι το πρωί, ο Αλέξανδρος βγήκε από την υπηρεσία της Εισαγγελίας.

Το πουκάμισό του ήταν τσαλακωμένο, το σαγόνι του σφιγμένο από την ένταση.

Εις βάρος του είχε εκδοθεί περιοριστική εντολή, που του απαγόρευε να πλησιάσει τη Μελίνα.

Δεν είχε κλείσει μάτι όλη τη νύχτα.

Ο δικηγόρος του τού είχε εξηγήσει ότι το βίντεο με το χαστούκι, οι προηγούμενες ιατρικές γνωματεύσεις και η απόπειρά του να επιτεθεί στη Μελίνα με καρέκλα έκαναν οποιαδήποτε υπερασπιστική γραμμή εξαιρετικά δύσκολη.

Σαν να μην έφτανε αυτό, οι αρχές είχαν ήδη λάβει στοιχεία για πιθανές οικονομικές παρατυπίες που συνδέονταν με τη θέση του στην εταιρεία.

Στο μυαλό του Αλέξανδρου υπήρχε πια μόνο μία σκέψη:

Να μη χάσει τη δουλειά του.

Αν παρέμενε οικονομικός διευθυντής, θα μπορούσε να πληρώσει καλύτερους δικηγόρους, να στηρίξει τη μητέρα και την αδελφή του και ίσως να βρει κάποιον τρόπο να διαπραγματευτεί με τη Μελίνα.

Πήρε ταξί για την Πάτρα.

Όταν μπήκε στο κτίριο της εταιρείας, κανείς δεν τον χαιρέτησε.

Υπάλληλοι που παλιότερα σηκώνονταν όρθιοι μόλις τον έβλεπαν να περνά, τώρα απέφευγαν το βλέμμα του.

Δύο βοηθοί ψιθύριζαν μεταξύ τους.

Στη ρεσεψιόν τού έδωσαν μόνο μια προσωρινή κάρτα εισόδου, επειδή η πρόσβασή του στον όροφο της διοίκησης είχε ήδη μπλοκαριστεί.

«Σας περιμένουν στην αίθουσα συνεδριάσεων».

Με το στομάχι του δεμένο κόμπο, ο Αλέξανδρος άνοιξε την πόρτα και μπήκε.

Ο διευθύνων σύμβουλος, δύο δικηγόροι της εταιρείας και ο επικεφαλής του εσωτερικού ελέγχου κάθονταν ήδη γύρω από το τραπέζι.

«Αλέξανδρε», ξεκίνησε ο διευθύνων σύμβουλος, «χθες το βράδυ λάβαμε αποδείξεις για σωματική επίθεση εκ μέρους σας. Όμως δεν είναι αυτός ο μοναδικός λόγος που βρισκόμαστε σήμερα εδώ».

Ένας ελεγκτής πρόβαλε στον τοίχο μια σειρά από τραπεζικές κινήσεις.

Πληρωμές σε κλινική αισθητικής.

Αεροπορικά εισιτήρια.

Τσάντες επώνυμων σχεδιαστών.

Η μηνιαία δόση για το αυτοκίνητο της Νεφέλης.

Όλα είχαν πληρωθεί από λειτουργικούς εταιρικούς λογαριασμούς και είχαν καταχωριστεί ως έξοδα εκπροσώπησης.

Ο Αλέξανδρος ένιωσε τον αέρα να του κόβεται.

«Μπορώ να το εξηγήσω».

«Τότε εξηγήστε μας και τα αλλοιωμένα τιμολόγια», είπε ένας από τους νομικούς συμβούλους. «Καθώς και τις ψηφιοποιημένες υπογραφές που χρησιμοποιήθηκαν χωρίς έγκριση».

Ο Αλέξανδρος έμεινε να κοιτάζει την προβολή.

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι δεν υπήρχε πια διέξοδος.

Τα έγγραφα που είχε ρίξει η Μελίνα στην κατσαρόλα δεν ήταν παρά αντίγραφα.

Τα πρωτότυπα ψηφιακά αρχεία βρίσκονταν εδώ και εβδομάδες στους διακομιστές του τμήματος ελέγχου.

«Εγώ… σκόπευα να επιστρέψω τα χρήματα».

«Μέσα σε δεκαοκτώ μήνες υπεξαιρέσατε περισσότερα από διακόσιες χιλιάδες ευρώ».

Ο Αλέξανδρος πετάχτηκε όρθιος.

«Η οικογένειά μου εξαρτιόταν από εμένα!»

Ο διευθύνων σύμβουλος τον κοίταξε με απροκάλυπτη περιφρόνηση.

«Αυτό δεν μετατρέπει την περιουσία της εταιρείας σε προσωπικό σας πορτοφόλι».

Ο Αλέξανδρος λύγισε. Έπεσε στα γόνατα δίπλα στο τραπέζι.

«Σας παρακαλώ. Μη με απολύσετε. Δώστε μου χρόνο. Θα υπογράψω ό,τι θέλετε. Θα πουλήσω ό,τι χρειαστεί».

Κανείς δεν του απάντησε.

Η πόρτα άνοιξε.

Ο ήχος από τα ψηλά τακούνια αντήχησε στην αίθουσα.

Ο Αλέξανδρος γύρισε απότομα το κεφάλι.

Η Μελίνα μπήκε μέσα.

Φορούσε ένα κοστούμι σε απόχρωση ελεφαντόδοντου, τα μαλλιά της ήταν αυστηρά πιασμένα πίσω και κρατούσε έναν φάκελο στο χέρι.

Δεν είχε κάνει καμία προσπάθεια να καλύψει με μακιγιάζ τον μώλωπα στο μάγουλό της.

Κάθισε στη θέση της κεφαλής του τραπεζιού.

Ο Αλέξανδρος ανοιγόκλεισε τα μάτια του πολλές φορές, σαν να μην πίστευε αυτό που έβλεπε.

«Εσύ τι κάνεις εδώ;»

Ο διευθύνων σύμβουλος σηκώθηκε.

«Η κυρία Μελίνα Ορτέγκα εκπροσωπεί τη νέα ομάδα των βασικών μετόχων».

Ο Αλέξανδρος γέλασε νευρικά.

«Αυτό αποκλείεται».

Η Μελίνα άνοιξε τον φάκελό της.

«Τα τελευταία τρία χρόνια, μέσω μιας επενδυτικής εταιρείας, απέκτησα σταδιακά μερίδια από διάφορους μικρομετόχους. Χθες ολοκληρώθηκε η συναλλαγή χάρη στην οποία πλέον κατέχουμε το πενήντα τρία τοις εκατό».

Ο Αλέξανδρος την κοιτούσε σαν να είχε μπροστά του μια άγνωστη γυναίκα.

«Γιατί δεν μου είπες ποτέ τίποτα;»

«Επειδή δεν με ρώτησες ποτέ για τη δουλειά μου. Για σένα ήμουν απλώς η γυναίκα που έπρεπε να γυρίζει σπίτι και να σου μαγειρεύει».

Η σιωπή που απλώθηκε έγινε ασήκωτη.

Η Μελίνα συνέχισε, με φωνή απόλυτα σταθερή.

Ψίθυροι Ζωής