“Άσε πια τις τουρτίτσες σου και σκέψου την οικογένεια!” είπε η Αγγελική, με επιτηδευμένο λυγμό εισβάλλοντας στο εργαστήριο

Ασυγχώρητη γενναιοδωρία ή αυτοκαταστροφική ηρωική άγνοια;
Ιστορίες

Έμεινε έτσι για αρκετή ώρα, ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο σ’ ένα άδειο σημείο του τοίχου. Η σιωπή στην κουζίνα βάρυνε τόσο, που έμοιαζε σχεδόν να έχει αποκτήσει σώμα.

— Άρα, λοιπόν, οι εισπρακτικές… — είπε τελικά ο Ηρακλής με πνιχτή φωνή, και μέσα στον τόνο του ακούστηκε κάτι ψυχρό, μεταλλικό. — Άρα η Ιωάννα θα έμενε στον δρόμο. Μαστοπλαστική. Λιπογλυπτική.

— Το συμφωνητικό ήταν αφημένο πάνω στο τραπέζι. Η Κασσάνδρα δεν μπήκε καν στον κόπο να το κρύψει, γιατί ήταν σίγουρη πως αύριο θα είχε τα μετρητά στα χέρια της, — πρόσθεσε η Νεφέλη. — Η μητέρα σου το ήξερε, Ηρακλή. Ήρθε σήμερα εδώ και μου φώναζε ότι εσύ πήρες μια «αντρική απόφαση» να διαθέσεις τα δικά μου χρήματα. Προσπαθούσε να με πείσει πως όλα γίνονται για να σωθεί η οικογένεια.

Ο Ηρακλής σηκώθηκε απότομα. Πήγε ως το παράθυρο και στήριξε τις παλάμες του στο περβάζι. Η Νεφέλη έβλεπε την πλάτη του να ανεβοκατεβαίνει βαριά από την ανάσα του. Της ράγιζε την καρδιά να τον βλέπει έτσι, γιατί οι άνθρωποι που θεωρούσε πιο δικούς του τον είχαν μεταχειριστεί με τέτοια ωμότητα και τόσο ξεδιάντροπο κυνισμό.

— Θα έρθουν αύριο το βράδυ στο σπίτι μας, — είπε εκείνος χωρίς να γυρίσει. — Η μητέρα μου τηλεφώνησε το μεσημέρι. Μου είπε ότι θα περάσουν μαζί με την Κασσάνδρα για να πάρουν τα μετρητά, ώστε δήθεν να τα πάνε πρωί πρωί στους δανειστές. Μην τους πεις τίποτα. Άφησέ το πάνω μου.

Το επόμενο βράδυ, το κουδούνι του διαμερίσματος της Νεφέλης και του Ηρακλή χτύπησε. Στην είσοδο στέκονταν η Αγγελική Αρκαδίου και η Κασσάνδρα. Και οι δύο είχαν φορέσει πάνω τους μια επιδεικτική θλίψη, τόσο προσεκτικά στημένη, που φαινόταν σχεδόν θεατρική. Η Κασσάνδρα είχε βάλει ένα παλιό, ξεχειλωμένο πουλόβερ, δεν είχε μακιγιαριστεί καθόλου και όλη της η εμφάνιση φώναζε «θύμα της κακής μοίρας». Η πεθερά, από την άλλη, αναστέναζε βαριά και κρατούσε το χέρι της πάνω στην καρδιά.

— Ηρακλή μου, Νεφέλη, δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω, — άρχισε η Κασσάνδρα με κλαψιάρικη φωνή, περνώντας στο σαλόνι και καθίζοντας στην άκρη του καναπέ. — Με βγάζετε κυριολεκτικά από τη θηλιά. Αν δεν ήσασταν εσείς, εγώ και η Ιωάννα θα καταλήγαμε στους δρόμους. Θα σας τα ξεπληρώσω όλα, σας το ορκίζομαι. Θα δουλεύω, θα καθαρίζω πατώματα, θα σφουγγαρίζω πολυκατοικίες, ό,τι χρειαστεί!

— Ναι, παιδιά μου, ο Θεός θα σας το ανταποδώσει για την καλοσύνη σας, — συμπλήρωσε η Αγγελική Αρκαδίου, ταμπονάροντας με μαντίλι μάτια που ήταν εντελώς στεγνά. — Η οικογένεια φαίνεται στις δύσκολες στιγμές. Τα ετοιμάσατε τα χρήματα; Η Κασσάνδρα έχει αύριο στις εννιά το πρωί ραντεβού με αυτούς τους αλήτες.

Ο Ηρακλής στεκόταν δίπλα στη βιβλιοθήκη. Εξωτερικά έδειχνε απόλυτα ήρεμος, όμως κοιτούσε τη μητέρα και την αδελφή του με τέτοια αποστασιοποίηση, λες και τις έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή του.

— Τα ετοιμάσαμε, — απάντησε με επίπεδη φωνή. Πήρε από το τραπέζι έναν χοντρό φάκελο και τον άφησε με δύναμη πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι, ακριβώς μπροστά τους. — Ορίστε. Ακριβώς δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ. Ρίξτε μια ματιά.

Η Κασσάνδρα άπλωσε βιαστικά το χέρι, άνοιξε τον φάκελο και πάγωσε. Δεν υπήρχαν μέσα χαρτονομίσματα. Υπήρχαν έγχρωμες εκτυπώσεις των φωτογραφιών από το συμβόλαιο της κλινικής αισθητικής χειρουργικής.

Η Αγγελική Αρκαδίου έσκυψε πάνω από τον ώμο της κόρης της και αμέσως έχασε κι εκείνη τη μιλιά της. Η σκηνοθετημένη οδύνη της εξαφανίστηκε μονομιάς.

— Ηρακλή… αυτό… αυτό είναι κάποιο λάθος, — ψέλλισε η Κασσάνδρα, κλείνοντας σπασμωδικά τον φάκελο. — Είναι απλώς ένα διαφημιστικό φυλλάδιο! Το πήρα στον δρόμο!

— Φτάνει, — η φωνή του Ηρακλή έσκασε μέσα στο δωμάτιο σαν μαστίγιο. — Τα διαφημιστικά φυλλάδια δεν έχουν υπογραφές ούτε εκδίδονται στο όνομα κάποιου με λογαριασμό δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ. Τα ξέρω όλα. Και η Νεφέλη τα ξέρει όλα.

Η Αγγελική Αρκαδίου κατάλαβε πως οι δικαιολογίες δεν θα έπιαναν τόπο. Έτσι, μέσα σε μια στιγμή, άλλαξε τακτική. Ίσιωσε την πλάτη της και πέρασε στην επίθεση.

— Και λοιπόν;! — φώναξε κοφτά, κοιτάζοντας προκλητικά τον γιο της. — Ναι, για επέμβαση είναι! Και τι θες να πεις; Ότι η αδελφή σου δεν έχει δικαίωμα στην προσωπική ευτυχία; Είναι τριάντα τεσσάρων χρονών, χωρίς άντρα, χωρίς προοπτική! Πρέπει να παντρευτεί έναν άνθρωπο με χρήματα για να εξασφαλίσει την Ιωάννα! Ποιος θα τη θελήσει έτσι, με χαλαρωμένο σώμα; Αυτό είναι επένδυση στο μέλλον της! Κι εσείς έχετε λεφτά! Η Νεφέλη φτιάχνει τα γλυκά της, θα ξαναβγάλει κι άλλα! Είστε υποχρεωμένοι να βοηθήσετε!

Η Νεφέλη καθόταν στην πολυθρόνα και άκουγε αυτόν τον παραληρηματικό χείμαρρο με μια παράξενη, σχεδόν ήρεμη απορία. Η λογική της πεθεράς της ήταν τόσο διαστρεβλωμένη, που δεν της προκαλούσε πια θυμό· μόνο αηδία.

— Επένδυση; — ο Ηρακλής έκανε ένα βήμα προς τη μητέρα του. — Δηλαδή αποφασίσατε να επενδύσετε σε καινούρια κοιλιά και καινούριο στήθος για την αδελφή μου, χρησιμοποιώντας χρήματα που δεν σας ανήκουν;

Ψίθυροι Ζωής