— Θέλεις να με πετάξεις έξω;
— Όχι. Απλώς παίρνω πίσω το σπίτι μου. — Η Αναστασία σταύρωσε τα χέρια πάνω στα γόνατά της. — Αύριο μπορείτε να περάσετε να πάρετε τα κλειδιά. Ή μεθαύριο, αν προτιμάτε. Όμως δεν πρόκειται να κάθομαι άλλο μέσα στο ίδιο μου το διαμέρισμα και να ακούω πως είμαι άχρηστη. Τελείωσε.
— Ανδρέα! — η γυναίκα γύρισε απότομα προς τον γιο της. — Θα την αφήσεις να μου μιλάει έτσι;
Ο Ανδρέας δεν απάντησε αμέσως. Έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητος κι ύστερα κούνησε αργά το κεφάλι.
— Μαμά, φτάνει πια. Η Αναστασία έχει δίκιο. Δεν γίνεται να μένεις εδώ και κάθε μέρα να προσβάλλεις τη γυναίκα μου. Κουράστηκα. Φοβάμαι να γυρίσω σπίτι, γιατί ξέρω από πριν ότι πάλι θα έχετε τσακωθεί. Δεν αντέχω άλλο να είμαι στη μέση. Και, περισσότερο απ’ όλα, δεν αντέχω τη δική μου δειλία.
— Δηλαδή διαλέγεις εκείνη αντί για μένα; Τη μάνα σου;
— Διαλέγω την οικογένειά μου. — Το βλέμμα του πήγε στην Αναστασία. — Και διαλέγω την ηρεμία. Θέλω να επιστρέφω στο σπίτι χωρίς να τρέμω πότε θα ξεσπάσει η επόμενη έκρηξη.
Η Σταματία άρπαξε τα χαρτιά και βγήκε από την κουζίνα. Η πόρτα του δωματίου έκλεισε με τέτοια δύναμη, που τα τζάμια της βιτρίνας έτριξαν.
Το επόμενο πρωί εμφανίστηκε κρατώντας δύο βαλίτσες. Το πρόσωπό της ήταν σαν μάσκα, άδειο από έκφραση, μόνο τα μάτια της κατακόκκινα. Πέρασε δίπλα από την Αναστασία χωρίς να της ρίξει ούτε ματιά, πήρε από το τραπέζι τα κλειδιά του καινούργιου διαμερίσματος και, λίγο πριν βγει, στάθηκε στο κατώφλι.
— Μου πήρες τον γιο μου. Αυτό δεν θα σου το συγχωρήσει ποτέ.
— Εγώ του επέστρεψα τη γυναίκα του. — Η Αναστασία δεν σήκωσε καν το βλέμμα από το λάπτοπ. — Κι εσάς σας έδωσα ακριβώς αυτό που ζητούσατε: ανεξαρτησία. Τώρα θα μπορέσετε να βρείτε μια κανονική δουλειά, όπως τόσο πρόθυμα με συμβουλεύατε. Καλή τύχη.
Η πόρτα έκλεισε πίσω της. Η σιωπή απλώθηκε στο διαμέρισμα τόσο βαριά και τόσο καθαρή, που η Αναστασία ένιωσε τους δέκα μήνες έντασης να γλιστρούν σιγά σιγά από τους ώμους της. Άνοιξε το παράθυρο. Ο δροσερός αέρας μπήκε μέσα ορμητικά και σκόρπισε τη μπαγιάτικη μυρωδιά μιας ξένης παρουσίας.
Μία ώρα αργότερα τηλεφώνησε ο Ανδρέας.
— Είναι εδώ, στη δουλειά μου. Κλαίει και απαιτεί να σε πείσω να αλλάξεις γνώμη.
— Κι εσύ τι της είπες;
— Ότι ήρθε η ώρα να μάθει να ζει μόνη της. Ότι έχω εξαντληθεί να σπαρταράω ανάμεσά σας. — Σώπασε για λίγο. — Και ότι έχεις δίκιο.
Η Αναστασία έκλεισε τα μάτια. Μια ανάσα ανακούφισης ξέφυγε από τα χείλη της.
— Ευχαριστώ.
— Όχι. Εγώ πρέπει να σε ευχαριστήσω που δεν έφυγες νωρίτερα. Ήμουν δειλός, Αναστασία. Δέκα μήνες ολόκληρους.
— Τώρα όμως δεν είσαι. Αυτό έχει σημασία.
Τρεις εβδομάδες μετά, ο Ανδρέας μπήκε στο σπίτι χαμογελαστός.
— Η μαμά βρήκε δουλειά.
— Γρήγορα κινήθηκε.
— Στο πιο κοντινό μαγαζί από το σπίτι της. Πωλήτρια. — Έβγαλε το μπουφάν του, το πέταξε στην καρέκλα και κάθισε στο τραπέζι. — Ξέρεις τι είπε; Ότι είναι προσωρινό. Πως σύντομα θα βρει κάτι σοβαρό, όχι τέτοια δουλειά.
Η Αναστασία ανασήκωσε τα φρύδια.
— Σοβαρή δουλειά, δηλαδή, εκεί όπου οι άνθρωποι κοπιάζουν. Δικά της λόγια.
— Ακριβώς. Μόνο που όταν σηκώνεται εκείνη στις έξι το πρωί για να σταθεί πίσω από το ταμείο, ξαφνικά δεν μετράει. — Ο Ανδρέας κούνησε το κεφάλι. — Ακόμη δεν έχει καταλάβει τίποτα.
— Θα καταλάβει. Όταν κουραστεί να προστάζει τους άλλους.
Ο Ανδρέας την τύλιξε στην αγκαλιά του και ακούμπησε το μέτωπό του στην κορυφή του κεφαλιού της.
— Το αφεντικό μου είπε πως την άλλη εβδομάδα θα γίνει προαγωγή. Και ο μισθός μου θα ανέβει αρκετά.
— Ανδρέα, αυτό είναι υπέροχο!
— Του είπα πως, ακόμη κι έτσι, θα βγάζω λιγότερα από τη γυναίκα μου. — Χαμογέλασε πονηρά. — Και πως αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου.
