Η πεθερά φώναζε στην Αναστασία λες και βρισκόταν στο δικό της σπίτι, ξεχνώντας εντελώς πως ζούσε μέσα στο διαμέρισμα της νύφης της. Μόνο που αυτή τη φορά την περίμενε μια έκπληξη.
— Πάλι μπροστά σε εκείνον τον υπολογιστή κάθεσαι! Οι σοβαρές γυναίκες πηγαίνουν στη δουλειά τους, δεν κάθονται όλη μέρα εδώ παριστάνοντας τις πολυάσχολες. Ο Ανδρέας λιώνει για να σε συντηρεί κι εσύ παίζεις παιχνιδάκια!
Η Σταματία πέρασε φουριόζα μέσα από την κουζίνα, τόσο απότομα που τα πορτάκια των ντουλαπιών έτριξαν. Η Αναστασία δεν σήκωσε καν το βλέμμα από την οθόνη. Η τριμηνιαία αναφορά έπρεπε να παραδοθεί μέχρι το μεσημέρι, ενώ η πεθερά της είχε ήδη αρχίσει για τρίτη φορά το ίδιο τροπάρι εκείνο το πρωινό.
Δέκα μήνες κρατούσε αυτό το μαρτύριο. Δέκα ολόκληρους μήνες η Αναστασία άκουγε πως ήταν βάρος, παράσιτο, άχρηστη.
— Σταματία, πρέπει να δουλέψω.

— Να δουλέψεις; — γύρισε απότομα η πεθερά, ακουμπώντας τα χέρια στη μέση. — Χτυπάς δυο πλήκτρα και αυτό το λες δουλειά; Ο δικός μου ο Ανδρέας τρέχει στις πωλήσεις μέχρι το βράδυ, κι εσύ τι κάνεις; Περνάει η μέρα και τελείωσε; Ντροπή σου! Έχεις κολλήσει πάνω στον γιο μου σαν βδέλλα!
Η Αναστασία άφησε ήρεμα το στυλό πάνω στο τραπέζι. Έκλεισε αργά το λάπτοπ.
— Σταματία, το πιστεύετε πραγματικά αυτό που λέτε;
— Και βέβαια το πιστεύω! Δεν είμαι τυφλή. Βλέπω πολύ καλά τι κάνεις όλη μέρα. Κοιτάς έξω από το παράθυρο, μιλάς στο τηλέφωνο. Και ο Ανδρέας δουλεύει και για τους δυο σας.
— Μάλιστα. — Η Αναστασία σηκώθηκε. — Τότε θα το συζητήσουμε απόψε. Μπροστά στον Ανδρέα. Αφού σας καίει τόσο πολύ το ποιος ζει εις βάρος ποιου.
Κάτι στον τόνο της έκανε τη Σταματία να σωπάσει. Όχι όμως για πολλή ώρα.
Ο Ανδρέας μπήκε στο σπίτι στις έξι και μισή. Οι δύο γυναίκες τον περίμεναν καθισμένες στο τραπέζι. Μπροστά τους υπήρχε ένας φάκελος.
— Τι έγινε; — ρώτησε, μπαίνοντας επιφυλακτικά στην κουζίνα.
— Κάθισε — του είπε η Αναστασία, δείχνοντας την καρέκλα. — Η μητέρα σου θεωρεί πως ζω εις βάρος σου. Πιστεύει ότι η δουλειά μου είναι παιχνίδι και πως εσύ μόνος σου συντηρείς το σπίτι. Τα λέω σωστά, Σταματία;
Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά. Το πρόσωπό της είχε σκληρύνει και τα χείλη της ήταν σφιγμένα.
— Μαμά, εμείς ήδη…
— Ανδρέα, μη με διακόπτεις. — Η Αναστασία άνοιξε τον φάκελο. — Συμφωνώ με τη μητέρα σου σε ένα πράγμα. Όσοι ζουν εις βάρος άλλων πρέπει πράγματι να φύγουν από ξένη ιδιοκτησία.
Έβγαλε και ακούμπησε πάνω στο τραπέζι τον τίτλο ιδιοκτησίας.
— Βλέπετε την ημερομηνία, Σταματία; Αυτό το διαμέρισμα το αγόρασα τέσσερα χρόνια πριν από τον γάμο. Με δικά μου χρήματα. Ο Ανδρέας δεν έβαλε ούτε ένα ευρώ, γιατί το σπίτι είναι δικό μου. Πληρώνει μέρος των εξόδων, όπως έχουμε συμφωνήσει. Εσείς, όμως, μένετε εδώ δέκα μήνες χωρίς να πληρώνετε τίποτα και, παρ’ όλα αυτά, μου κάνετε υποδείξεις για το πώς θα ζω μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Η Σταματία άρπαξε τα χαρτιά. Τα μάτια της έτρεξαν βιαστικά πάνω στις γραμμές. Το πρόσωπό της άσπρισε.
— Αυτό… Ανδρέα, εσύ το ήξερες;
— Φυσικά. Από την αρχή σου έλεγα πως το διαμέρισμα είναι της Αναστασίας. Εσύ απλώς δεν ήθελες να με ακούσεις.
— Μα εσύ δουλεύεις…
— Δουλεύω. Και βγάζω αρκετά καλά χρήματα. — Ο Ανδρέας έτριψε κουρασμένα τη ράχη της μύτης του. — Αλλά η Αναστασία κερδίζει τα διπλάσια από μένα. Έχει πελάτες με τους οποίους συνεργάζεται χρόνια. Το ότι εργάζεται από το σπίτι δεν σημαίνει πως κάθεται άπραγη.
Η Αναστασία τράβηξε από τον φάκελο ακόμη ένα έγγραφο.
— Συμβόλαιο μίσθωσης. Ένα διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο στη διπλανή γειτονιά. Έχω προπληρώσει τρεις μήνες και έχω δώσει και την εγγύηση. Είναι για εσάς, Σταματία. Θεωρήστε το αποχαιρετιστήριο δώρο για τους δέκα μήνες εξευτελισμού που μου προσφέρατε.
Απλώθηκε σιωπή. Η πεθερά κοιτούσε τα έγγραφα χωρίς καν να ανοιγοκλείνει τα μάτια.
