Έπρεπε να έβλεπες την έκφρασή του.
Η Αναστασία γέλασε. Για πρώτη φορά έπειτα από μήνες, το γέλιο της βγήκε αληθινό, καθαρό, χωρίς εκείνο το βάρος που της έσφιγγε το στήθος.
— Έμαθες, λοιπόν.
— Είχα καλή δασκάλα. — Ο Ανδρέας έσκυψε και τη φίλησε απαλά στον κρόταφο. — Συγγνώμη που μου πήρε τόσο καιρό.
— Σημασία έχει ότι τα κατάφερες.
Πέρασε ένας μήνας ώσπου να τηλεφωνήσει η Σταματία. Η φωνή της ακουγόταν στεγνή, μαζεμένη, σαν να κρατούσε μέσα της κάτι δύσκολο.
— Θα ήθελα να έρθω από εκεί. Να μιλήσουμε. Και με τους δυο σας.
Η Αναστασία γύρισε προς τον Ανδρέα. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους, αφήνοντάς της την απόφαση.
— Ελάτε το Σάββατο. Στις έξι.
Η πεθερά εμφανίστηκε ακριβώς στην ώρα της. Δεν φορούσε ρόμπα ούτε είχε εκείνον τον παλιό αέρα της κυρίας του σπιτιού. Ήταν ντυμένη με μια απλή, διακριτική μπλούζα και κρατούσε μια σακούλα με φρούτα. Κάθισε απέναντι από την Αναστασία και για λίγη ώρα δεν είπε τίποτα· μόνο κοιτούσε το πιάτο μπροστά της.
— Πώς πάει η δουλειά; — ρώτησε ο Ανδρέας, σπάζοντας τη σιωπή.
— Δύσκολα. — Η Σταματία έσφιξε τα χείλη της. — Μέχρι το βράδυ τα πόδια μου δεν με βαστούν. Οι πελάτες είναι αγενείς. Και ο μισθός… αστείος.
Η Αναστασία ήπιε μια γουλιά νερό.
— Είναι όμως τίμια δουλειά. Εκεί όπου οι άνθρωποι μοχθούν, αν θυμάστε.
Η Σταματία τινάχτηκε ελαφρά, σαν να είχε δεχτεί χαστούκι. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν.
— Δεν ήρθα γι’ αυτό.
— Τότε γιατί ήρθατε;
— Για να σου πω πως είχες δίκιο. — Επιτέλους σήκωσε τα μάτια της. — Δέκα μήνες ζούσα πάνω σας, δεν έκανα τίποτα ουσιαστικό και παρ’ όλα αυτά σας έδινα διαταγές για το πώς θα ζείτε. Πίστευα ότι είχα αυτό το δικαίωμα, επειδή είμαι μητέρα του Ανδρέα. Μόνο που τελικά δεν το είχα. Ούτε το σπίτι ήταν δικό μου, ούτε τα χρήματα ήταν μόνο δικά του, κι εγώ… εγώ στην πραγματικότητα δεν είχα θέση να φέρομαι σαν να μου ανήκαν όλα.
Η Αναστασία κούνησε αργά το κεφάλι.
— Δεν ήσασταν περιττή. Ήσασταν φιλοξενούμενη. Μια φιλοξενούμενη που νόμισε πως έγινε οικοδέσποινα.
— Ναι. Φιλοξενούμενη. — Η Σταματία σώπασε για λίγο. — Τώρα ξέρω πώς είναι να εξαρτάσαι από χρήματα που δεν είναι δικά σου και να ακούς κάθε μέρα πως δεν αξίζεις τίποτα. Το αφεντικό μου δεν χάνει ευκαιρία να μου το θυμίζει. Κι έτσι κατάλαβα τι ένιωθες.
Ο Ανδρέας πλησίασε και ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της μητέρας του. Εκείνη δεν τραβήχτηκε.
— Δεν θα ζητήσω συγγνώμη — συνέχισε η Σταματία. — Όχι επειδή δεν φταίω, αλλά επειδή δεν ξέρω αν έχω καν το δικαίωμα να το κάνω. Κατάλαβα όμως. Κατάλαβα πως αυτό είναι το σπίτι σου, Αναστασία. Πως ο Ανδρέας διάλεξε εσένα, κι έτσι έπρεπε να γίνει. Και κατάλαβα επίσης πως υπήρξα φρικτή πεθερά.
Η Αναστασία έμεινε σιωπηλή. Ύστερα σηκώθηκε, πήγε κοντά της και άφησε το χέρι της πάνω στον ώμο της.
— Δεν σας κρατώ κακία. Αλλά τα όρια θα μείνουν εκεί που μπήκαν. Μπορείτε να έρχεστε, μπορείτε να μας τηλεφωνείτε. Όμως δεν θα μου ξαναπείτε πώς πρέπει να ζω. Συμφωνούμε;
Η Σταματία έγνεψε αμέσως, κοφτά, σχεδόν βιαστικά.
— Συμφωνούμε.
Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω της, ο Ανδρέας αγκάλιασε την Αναστασία και την κράτησε κοντά του για πολλή ώρα.
— Δεν πίστευα ότι θα μπορούσε ποτέ να παραδεχτεί πως έκανε λάθος.
— Οι άνθρωποι αλλάζουν όταν δεν τους απομένει άλλος δρόμος. — Η Αναστασία ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. — Η μητέρα σου είχε συνηθίσει να δίνει εντολές, γιατί όλοι την άφηναν. Μόλις μπήκαν όρια, αναγκάστηκε να κοιτάξει την πραγματικότητα κατάματα. Και, τελικά, στάθηκε όρθια.
— Τώρα την υπερασπίζεσαι;
— Όχι. Απλώς δεν βλέπω λόγο να κρατάω θυμό, όταν κάποιος όντως κάνει ένα βήμα πίσω και αλλάζει. — Η Αναστασία χαμογέλασε απαλά. — Έχω πια το σπίτι μου, τη ζωή μου και έναν άντρα που στάθηκε δίπλα μου. Αυτό μετράει.
Κάθισαν κοντά στο παράθυρο. Έξω, η πόλη συνέχιζε να βουίζει στον συνηθισμένο της ρυθμό, μα μέσα στο διαμέρισμά τους απλωνόταν σιωπή.
