Το είχε αγοράσει πριν ακόμη παντρευτούμε.
— Και λοιπόν; Αφού είστε αντρόγυνο!
— Αυτό σημαίνει μόνο ότι, στα χαρτιά, έχω δηλωθεί κι εγώ σε αυτή τη διεύθυνση. Η ιδιοκτησία είναι δική της.
— Μα είσαι ο άντρας της!
— Γι’ αυτό ακριβώς μένω εκεί. Εσύ όμως όχι.
Η σιωπή που απλώθηκε στη γραμμή είπε περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να πουν οι λέξεις.
— Δηλαδή… παίρνεις το μέρος της; — ψιθύρισε τελικά η Δέσποινα, και η φωνή της ράγισε. — Εναντίον της ίδιας σου της αδελφής;
— Προσπαθώ να δω καθαρά τι έχει συμβεί, — αποκρίθηκε ο Κωνσταντίνος κουρασμένα. — Δέσποινα, πες μου την αλήθεια. Μάζευες τα πράγματά σου και καθάριζες πίσω σου;
— Ε… όχι πάντα…
— Τα πιάτα τα έπλενες;
— Κώστα…
— Δέσποινα. Ναι ή όχι.
— Καμιά φορά το ξεχνούσα, — μουρμούρισε.
— Έφερνες φίλους στο σπίτι χωρίς να ειδοποιήσεις;
— Μία φορά…
— Πόσες;
— Δύο, — παραδέχτηκε χαμηλόφωνα. — Ίσως και τρεις.
— Και πήρες πράγματα της Αννας χωρίς να τη ρωτήσεις.
— Ένα φόρεμα μόνο! Και θα το επέστρεφα!
— Με λεκέ από κρασί.
Η Δέσποινα ρούφηξε τη μύτη της.
— Κώστα, γιατί μου φέρεσαι έτσι; Δεν το έκανα επίτηδες! Απλώς… νόμιζα πως είμαστε οικογένεια…
— Η οικογένεια δεν είναι άδεια για αγένεια, — είπε ο Κωνσταντίνος, νιώθοντας και τις τελευταίες του αυταπάτες να γκρεμίζονται. — Συμπεριφέρθηκες σαν κακομαθημένο παιδί, Δέσποινα. Και η Αννα είχε κάθε δικαίωμα να σε διώξει.
— Μα…
— Όχι. Άκουσέ με καλά. Απόψε μπορείς να περάσεις. Από τις οκτώ μέχρι τις εννιά. Θα πάρεις ό,τι έχει μείνει εκεί. Θα ζητήσεις συγγνώμη από την Αννα. Κανονικά, σαν ενήλικη γυναίκα. Και μετά θα φύγεις. Ή θα πας στη μητέρα μας ή θα νοικιάσεις ένα δωμάτιο. Χρήματα έχεις, από αυτά που σου έστειλα.
— Και οι εξετάσεις μου;
— Έχεις δύο μέρες μέχρι την εξέταση. Φτάνουν για να βρεις μια προσωρινή λύση. Δέσποινα, είσαι δεκαεννέα χρονών. Ήρθε η ώρα να μάθεις ότι οι πράξεις έχουν συνέπειες.
— Άρα διαλέγεις εκείνη.
— Διαλέγω τη λογική. Και ναι, Δέσποινα, διαλέγω τη γυναίκα μου. Γιατί έχει δίκιο. Απόλυτο δίκιο.
— Θα το μετανιώσεις! — πέταξε η Δέσποινα, και αμέσως μετά στη γραμμή ακούστηκε μόνο ο ήχος της κλήσης που έκλεισε.
Ο Κωνσταντίνος έμεινε για λίγο να κοιτάζει το κινητό και ύστερα άφησε έναν βαρύ αναστεναγμό. Μετά κάλεσε την Αννα.
— Ναι; — Η φωνή της ακουγόταν επιφυλακτική.
— Συγγνώμη, — είπε απλά ο Κωνσταντίνος. — Είχες δίκιο. Σε όλα. Παρασύρθηκα από τα κλάματα και δεν μπήκα στον κόπο να μάθω τι είχε γίνει. Συγχώρεσέ με.
Ακολούθησε μια παύση.
— Μίλησες μαζί της; — ρώτησε προσεκτικά η Αννα.
— Ναι. Και κατάλαβα πόσο ανόητος φέρθηκα. Αννα, συγγνώμη. Για τις φωνές, για τα λόγια που σου είπα, για το ότι δεν στάθηκα αμέσως δίπλα σου. Δύο εβδομάδες άντεχες όλο αυτό κι εγώ δεν είχα πάρει χαμπάρι τίποτα…
— Προσπάθησα να σου μιλήσω, — απάντησε εκείνη σιγανά. — Αλλά κάθε φορά το προσπερνούσες. «Παιδί είναι», «θα συνηθίσει», «δώσ’ της λίγο χρόνο»…
— Το ξέρω. Ήμουν τυφλός. Ή μάλλον δεν ήθελα να δω. Ήταν πιο εύκολο να κάνω πως όλα είναι εντάξει.
— Κωνσταντίνε… δεν είμαι τέρας. Αλήθεια προσπάθησα. Όμως όταν μου είπε να φύγω εγώ από το σπίτι… εκεί ξεπέρασε κάθε όριο. Τότε κατάλαβα πως, αν δεν έβαζα ένα τέλος εκείνη τη στιγμή, θα έμενε για πάντα. Γιατί εσύ δεν θα μπορούσες να της πεις όχι.
— Έχεις δίκιο, — παραδέχτηκε ο Κωνσταντίνος. — Δεν θα μπορούσα. Οπότε σ’ ευχαριστώ που τουλάχιστον ένας από τους δυο μας είχε αρκετή πυγμή.
— Δεν είσαι θυμωμένος;
— Με τον εαυτό μου, πάρα πολύ. Μαζί σου; Όχι. Έκανες αυτό που έπρεπε να έχω κάνει εγώ. Προστάτεψες το σπίτι μας.
Η Αννα αναστέναξε απαλά, και ο Κωνσταντίνος ένιωσε από την ανάσα της πως η ένταση μέσα της άρχιζε να χαλαρώνει.
— Θα έρθει το βράδυ; — ρώτησε.
— Ναι. Θα πάρει τα πράγματά της. Και… Αννα, θα είμαι κι εγώ εκεί. Θα φροντίσω να κυλήσουν όλα ήρεμα. Και να σου ζητήσει συγγνώμη. Σοβαρά.
— Εντάξει, — είπε η Αννα έπειτα από μια μικρή σιωπή. — Κωνσταντίνε… ίσως το παράκανα όταν σου είπα να μαζέψεις κι εσύ τα πράγματά σου…
— Όχι, — την έκοψε εκείνος. — Δεν το παράκανες. Το άξιζα. Ελπίζω μόνο να μου δώσεις μια ευκαιρία να το διορθώσω.
— Θα δούμε, — αποκρίθηκε εκείνη, κι αυτή τη φορά στη φωνή της ακούστηκε η σκιά ενός χαμόγελου. — Πρώτα κανόνισε να μη στήσει η αδελφή σου σκηνή απόψε.
— Δεν θα το κάνει. Σου το υπόσχομαι.
Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, πρόσεξε πως τα χέρια του δεν έτρεμαν πια. Για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα ένιωθε το μυαλό του καθαρό. Ίσως για πρώτη φορά εδώ και δύο εβδομάδες.
Κοίταξε το ρολόι του. Απέμεναν ακόμη πέντε ώρες μέχρι το βράδυ. Αρκετός χρόνος για να σκεφτεί προσεκτικά τι θα έλεγε σε μια πολύ δύσκολη συζήτηση με την αδελφή του. Μια συζήτηση που έπρεπε να είχε γίνει εδώ και καιρό.
Ως τότε, όμως, έπρεπε να τελειώσει την αναφορά.
Είχε έρθει η στιγμή να μεγαλώσουν όλοι. Μαζί κι εκείνος.
