“Αν δεν επιστρέψεις και το τελευταίο ευρώ από τα χρήματα που πήρες από το κουτί μου και έδωσες στον αδελφό σου, μην τολμήσεις να ξαναπατήσεις εδώ μέσα!” φώναξε η γυναίκα, καθώς η Ειρήνη άνοιξε το κουτί και το βρήκε άδειο

Αδικαιολόγητα σκληρή μοίρα, αβάσταχτη απογοήτευση.
Ιστορίες

Ο Δημήτρης έδειχνε υπερβολικά σίγουρος για τον εαυτό του, σχεδόν προκλητικός, λες και είχε έρθει να βάλει στη θέση της κάποια υπηρέτρια που είχε ξεχάσει τα όριά της. Η Λέρα, αντίθετα, ήταν τεντωμένη σαν χορδή. Έπαιζε αμήχανα με το λουράκι της καινούργιας της τσάντας και απέφευγε να κοιτάξει προς το εσωτερικό του σπιτιού, σαν να φοβόταν πως ακόμη και το βλέμμα της θα μόλυνε εκείνον τον χώρο.

Η Ειρήνη τούς είδε στο κατώφλι και δεν είπε λέξη. Παραμέρισε μόνο, αφήνοντάς τους να περάσουν στην κουζίνα. Το περίμενε. Οι αδύναμοι άνθρωποι χρειάζονται πάντα μάρτυρες για την αδυναμία τους, όταν προσπαθούν να την παρουσιάσουν σαν δύναμη. Οι τρεις τους μαζεύτηκαν κοντά στην είσοδο της κουζίνας, ενώ εκείνη έμεινε δίπλα στο παράθυρο, χωρισμένη από αυτούς όχι μόνο συναισθηματικά, αλλά και μέσα στον ίδιο τον χώρο. Πάνω στο τραπέζι, το άδειο κουτί τραβούσε τα βλέμματα σαν αποδεικτικό στοιχείο σε τόπο εγκλήματος.

Όπως ήταν αναμενόμενο, πρώτος μίλησε ο Δημήτρης. Φόρεσε αμέσως τον ρόλο του δικαστή, του συνετού μεγαλύτερου, παρότι στην πραγματικότητα ήταν μικρότερος.

— Ειρήνη, ας τελειώνουμε με αυτή την παράσταση, είπε με ύφος συγκαταβατικό. Είμαστε οικογένεια. Ο Ρωμανός προσπάθησε για εμάς, για μένα και για τη Λέρα. Καλό ήθελε να κάνει. Κι εσύ, για μερικά χαρτιά, στήνεις ολόκληρο δράμα. Έλα τώρα, δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά. Δεν είμαστε ξένοι. Θα πάμε, θα ξεκουραστούμε, θα γυρίσουμε και μετά θα τα κανονίσουμε όλα κάπως.

Πίσω του, ο Ρωμανός κουνούσε καταφατικά το κεφάλι, κοιτάζοντας τον αδελφό του με ευγνωμοσύνη. Επιτέλους, κάποιος καταλάβαινε. Κάποιος έβλεπε την κατάσταση σωστά. Η Ειρήνη γύρισε αργά το πρόσωπό της. Όμως δεν κοίταξε ούτε τον Δημήτρη ούτε τον Ρωμανό. Το βλέμμα της, ήρεμο και ευθύ, καρφώθηκε στη Λέρα. Η κοπέλα τινάχτηκε ανεπαίσθητα και έκανε ασυναίσθητα μισό βήμα προς τα πίσω.

— Λέρα, σου αρέσει το ταξίδι στην Ταϊλάνδη; ρώτησε η Ειρήνη χαμηλόφωνα, μα τόσο καθαρά, που η σιωπή έμοιασε να ραγίζει.

— Εγώ… ε… ναι, ψέλλισε η Λέρα, χωρίς να καταλαβαίνει πού το πήγαινε.

— Χαίρομαι, έγνεψε η Ειρήνη. Το αξίζεις, λοιπόν. Μόνο που θέλω να ξέρεις πόσο κοστίζει. Όχι σε ευρώ. Σε κάτι άλλο. Κοστίζει εκατόν σαράντα έξι διαδρομές με το μετρό αντί για ταξί αργά το βράδυ, όταν δεν ένιωθα πια τα πόδια μου από την κούραση. Κοστίζει οκτώ μήνες χωρίς καινούργιο ρούχο, ενώ τα παλιά μου είχαν σχεδόν λιώσει από τη χρήση.

Σημαίνει επίσης ότι δεν αγόρασα καλές χειμωνιάτικες μπότες και πέρασα όλο τον περσινό χειμώνα με τις παλιές, με τη σόλα να ξεκολλάει, φοβούμενη κάθε φορά πως θα μπει νερό και θα μουσκεύσουν τα πόδια μου. Κοστίζει κάθε μεσημεριανό που κουβαλούσα από το σπίτι σε τάπερ, ενώ οι συνάδελφοί μου πήγαιναν για φαγητό σε κάποιο καφέ. Όλα αυτά βρίσκονταν μέσα σε αυτό το κουτί.

Μιλούσε με την ίδια σταθερή, επίπεδη φωνή. Δεν φώναζε, δεν κατηγορούσε με υστερία, δεν χτυπούσε το τραπέζι. Απλώς απαριθμούσε γεγονότα. Και κάθε γεγονός έπεφτε πάνω στη Λέρα σαν χαστούκι. Το πρόσωπό της, από μπερδεμένο, έγινε χλωμό· ύστερα κοκκινίλες ντροπής απλώθηκαν στα μάγουλά της. Μια κοιτούσε την Ειρήνη, μια το φρέσκο μανικιούρ της, και τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν.

— Αυτό το ταξίδι πληρώθηκε με το όνειρό μου, συνέχισε η Ειρήνη, χωρίς να απομακρύνει το βλέμμα της από πάνω της. Δεν ήθελα αυτοκίνητο για να κάνω επίδειξη. Το ήθελα για να μπορώ να πηγαίνω τη μητέρα μου, που μεγαλώνει, στο εξοχικό, χωρίς να την ταλαιπωρώ σε τρένα και λεωφορεία. Ήθελα να νιώσω ελεύθερη. Και ο φίλος σου, είπε δείχνοντας με μια μικρή κίνηση τον Δημήτρη, αποφάσισε πως το να σε διασκεδάσει ήταν σημαντικότερο.

Και ο άντρας μου, πρόσθεσε, αφήνοντας το βλέμμα της να περάσει πάνω από τον Ρωμανό, αποφάσισε ότι το δικό μου όνειρο ήταν απλώς ένα απόθεμα, κάτι που μπορούσε να το πάρει χωρίς άδεια και να το πετάξει στην ιδιοτροπία κάποιου άλλου. Γι’ αυτό απόλαυσέ το, Λέρα. Θα ξαπλώνεις σε μια παραλία που πληρώθηκε από τα δικά μου βρεγμένα πόδια και από το δικό μου άδειο στομάχι.

Αυτό ήταν. Η έκρηξη είχε γίνει. Η Λέρα γύρισε τρομαγμένη προς τον Δημήτρη. Στα μάτια της δεν υπήρχε πια ούτε τρυφερότητα ούτε η χαρούμενη ανυπομονησία πριν από τις διακοπές. Μόνο ντροπή και αποστροφή.

— Εσύ… εσύ μου είπες ότι ήταν δανεικά! Ότι ήταν απλώς μια βοήθεια! είπε με φωνή που έσπαγε. Δεν μου είπες ότι τα έκλεψε! Από εκείνη!

— Μην την ακούς! φώναξε ο Δημήτρης, χάνοντας μεμιάς την προσποιητή του ψυχραιμία. Σε χειραγωγεί!

— Με χειραγωγεί; ούρλιαξε η Λέρα. Εγώ δεν πάω στην Ταϊλάνδη! Όχι με κλεμμένα λεφτά! Και δεν θέλω να έχω καμία σχέση μαζί σου!

Γύρισε απότομα και έτρεξε έξω από το διαμέρισμα. Το χτύπημα της εξώπορτας ακούστηκε σαν τελική συγχορδία. Ο Δημήτρης έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα να κοιτάζει προς το σημείο όπου είχε χαθεί. Έπειτα, με το πρόσωπό του παραμορφωμένο από οργή, στράφηκε στον Ρωμανό.

— Ικανοποιήθηκες τώρα; Ηλίθιε! Γιατί μας έφερες εδώ; Δεν μπορούσες να τα βγάλεις πέρα μόνος σου με τη γυναίκα σου; Τα κατέστρεψες όλα! Όλα!

— Εγώ; έκανε ο Ρωμανός αποσβολωμένος. Εγώ το έκανα για σένα! Για να μη σε χωρίσει!

— Για μένα; Με έμπλεξες σε αυτή τη βρομιά, με ξεφτίλισες μπροστά στη Λέρα, και τώρα φταίω κιόλας; Άντε χάσου! ούρλιαξε ο Δημήτρης, καρφώνοντας το δάχτυλό του σχεδόν στο πρόσωπό του.

Βγήκε σαν σίφουνας από την κουζίνα και, ένα δευτερόλεπτο αργότερα, ακούστηκε να κλείνει με πάταγο και η δεύτερη πόρτα.

Ο Ρωμανός έμεινε μόνος στη μέση της κουζίνας. Ολομόναχος. Η γυναίκα του τον είχε απομακρύνει, ο αδελφός του τον είχε ταπεινώσει, και εκείνος είχε γίνει η αιτία ενός χωρισμού. Κοίταξε γύρω του το άδειο δωμάτιο· ύστερα το βλέμμα του στάθηκε στο άδειο κουτί των παπουτσιών και τέλος στην Ειρήνη.

Εκείνη στεκόταν ακόμη δίπλα στο παράθυρο, κοιτάζοντας τη σκοτεινή αυλή. Έμοιαζε μακρινή, απρόσιτη, σαν να ανήκε πια σε άλλον πλανήτη. Είχε γκρεμίσει τον κόσμο του χωρίς να σπάσει ούτε ένα πιάτο. Είχε κάνει μόνο ένα πράγμα: είχε πει την αλήθεια.

Και αυτή η αλήθεια αποδείχθηκε πιο τρομακτική από οποιονδήποτε καβγά.

Ψίθυροι Ζωής