Η κάρτα εισόδου είχε μείνει πάνω στο κομοδίνο του χολ: ένα μπλε πλαστικοποιημένο καρτελάκι με φωτογραφία μου από τρία χρόνια πριν, τότε που ακόμη φορούσα φράντζα και δεν είχαν χαραχτεί αυτές οι δύο μικρές ρυτίδες ανάμεσα στα φρύδια μου. Το κατάλαβα μέσα στο λεωφορείο, όταν έβαλα το χέρι στην τσάντα για να βρω την κάρτα μετακίνησης και τα δάχτυλά μου ακούμπησαν τον άδειο πάτο της πλαϊνής θήκης, εκεί όπου πάντα κρατούσα την υπηρεσιακή κάρτα μαζί με το κλειδί από το ντουλαπάκι στα αποδυτήρια.
Χωρίς εκείνη την κάρτα δεν περνούσα στο τμήμα. Στην είσοδο υπήρχε μπάρα, και δίπλα της η θυρωρός, η Ευδοκία Χριστοδούλου, που με γνώριζε εφτά ολόκληρα χρόνια, μα παρ’ όλα αυτά επέμενε κάθε φορά να ακουμπώ την κάρτα στον αναγνώστη, επειδή, όπως έλεγε, «οι κανόνες είναι κανόνες, Σοφάκι μου». Κατέβηκα στην επόμενη στάση, πέρασα απέναντι και πήρα το λεωφορείο της επιστροφής. Ως την έναρξη της βάρδιας μου απέμεναν σαράντα λεπτά. Αν έκανα γρήγορα, θα προλάβαινα να πάρω την κάρτα και να γυρίσω, με καθυστέρηση δέκα λεπτών, άντε λίγο παραπάνω. Η προϊσταμένη νοσηλεύτρια θα γκρίνιαζε, βέβαια, αλλά δέκα λεπτά δεν ήταν δα και καταστροφή.
Δεν τηλεφώνησα για να ειδοποιήσω. Κι εκεί ακριβώς βρισκόταν το λάθος μου — ή, ίσως, η μοναδική σωστή κίνηση που έκανα εκείνο το πρωινό.
Το κλειδί γύρισε στην κλειδαριά σχεδόν αθόρυβα. Πάντα κλείδωνα προσεκτικά, για να μη ξυπνήσω την κόρη μου όταν επέστρεφα από νυχτερινή βάρδια. Αυτή η συνήθεια είχε περάσει πια στα δάχτυλά μου. Το σπίτι μύριζε καφέ και εκείνο το αφράτο γλυκό ψωμί που έφτιαχνε μόνο η πεθερά μου, με κανέλα και τσιμπητές άκρες στη ζύμη. Θα αναγνώριζα αυτή τη μυρωδιά οπουδήποτε. Άρα είχε έρθει η Θεοδώρα Ευαγγέλου. Παράξενο. Συνήθως με προειδοποιούσε μία εβδομάδα νωρίτερα και απαιτούσε να υπάρχει στο ψυγείο ανθότυρο συγκεκριμένων λιπαρών και οπωσδήποτε φρέσκο ψωμί, όχι χθεσινό.
Στάθηκα ακίνητη στην είσοδο, χωρίς καν να βγάλω τα παπούτσια μου. Από την κουζίνα ακούγονταν φωνές. Η πόρτα δεν ήταν καλά κλεισμένη· ανάμεσα στο κάσωμα και στο φύλλο της άφηνε ένα άνοιγμα όσο μια παλάμη, απ’ όπου χυνόταν στο παρκέ μια στενή λωρίδα κιτρινωπού φωτός.

— Μην το τραβάς άλλο, Σάκη, — έλεγε η πεθερά μου. — Όσο το καθυστερείς, τόσο χειρότερα γίνεται για εκείνη. Και για σένα. Πρέπει να τα κανονίσεις όλα πριν καταλάβει τι συμβαίνει.
Ήμουν έτοιμη να σπρώξω την πόρτα, να πω «καλημέρα» και να εξηγήσω πως γύρισα για την κάρτα μου. Όμως κάτι στον τόνο της —στεγνό, πρακτικό, καθημερινό, σαν να συζητούσε πού θα ταίριαζε καλύτερα μια καινούργια ντουλάπα— με κράτησε καρφωμένη στη θέση μου. Έμεινα στον διάδρομο, με το μπουφάν ακόμη πάνω μου και την τσάντα κρεμασμένη στον ώμο, ακούγοντας δύο ανθρώπους να αποφασίζουν για τη ζωή μου χωρίς να υποψιάζονται ότι στεκόμουν μόλις τρία μέτρα μακριά.
— Μαμά, πού να τη διώξω; — η φωνή του άντρα μου ακουγόταν άτονη, χωρίς πραγματική αντίσταση· περισσότερο έμοιαζε με άνθρωπο που περιμένει να τον πείσουν, παρά με κάποιον που διαφωνεί. — Έχουμε την Ειρήνη Λεοντιάδη. Σε έναν χρόνο πάει σχολείο.
— Η Ειρήνη Λεοντιάδη είναι κόρη σου. Γι’ αυτήν να σκέφτεσαι. Η Σοφία τι είναι; Ξένη μέσα σε αυτή την οικογένεια. Ήταν, πέρασε, τελείωσε. Θα χωρίσετε, θα κανονίσεις την επιμέλεια, το παιδί θα μείνει μαζί σου κι εκείνη ας πάει να νοικιάσει κάπου. Στις νοσηλεύτριες δεν δίνουν, δηλαδή, κανένα σπίτι;
— Δεν δίνουν.
— Τότε δεν είναι δικό μας πρόβλημα. Το διαμέρισμα σε ποιο όνομα είναι γραμμένο; Στο δικό σου. Άρα είναι δικό σου. Τελεία. Να μην ονειρεύεται τίποτε άλλο.
Άκουγα τον ίδιο μου τον σφυγμό. Χτυπούσε κάπου στον λαιμό μου, με πίεζε, δεν με άφηνε να ανασάνω. Η φωτεινή λωρίδα πάνω στο παρκέ τρεμόπαιξε ελαφρά· κάποιος από τους δύο μετακίνησε ένα σκαμνί.
— Άκουσέ με, Σάκη. Όσο εκείνη δεν έχει μπει σε τέτοιες σκέψεις, όλα τα χαρτιά είναι στα χέρια μας. Μόλις αρχίσει να τρέχει σε δικηγόρους, πάει, θα μπλέξουμε. Τώρα όμως πιστεύει ακόμη πως είστε οικογένεια. Εκμεταλλεύσου το. Θα υπογράψει ό,τι της δώσεις, αρκεί να μη γίνει φασαρία. Ήσυχη δεν είναι πάντα;
Ήσυχη. Ναι, ήμουν ήσυχη. Εφτά χρόνια υπήρξα ήσυχη. Γυρνούσα από εικοσιτετράωρες βάρδιες, τους ζέσταινα φαγητό, έπλενα, σιδέρωνα πουκάμισα, πήγαινα στο εξοχικό της πεθεράς μου για να ξεχορταριάζω τις ατέλειωτες φράουλές της, σωπαίνοντας όταν χαρακτήριζε τη σούπα μου άνοστη και τη δουλειά μου «να αδειάζεις πάπιες και να κάνεις ενέσεις σε γέρους». Ήμουν πράγματι πολύ ήσυχη. Και τώρα αυτή η σιωπή μου στρεφόταν εναντίον μου· είχε γίνει ευκολία, εργαλείο, κάτι που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν.
— Κι αν αντιδράσει; — ρώτησε ο Σάκης Καραγιάννης.
— Για ποιον λόγο; Νομικά είναι άσχετη. Νομίζει ότι επειδή είναι παντρεμένη, όλα μοιράζονται στα δύο. Δεν πάει έτσι. Στο σπίτι εγώ δεν σε βοήθησα; Σε βοήθησα. Ποιος έδωσε τα χρήματα για την προκαταβολή; Εγώ. Έτσι θα της πεις: τα λεφτά ήταν της μητέρας μου, άρα στην ουσία και το σπίτι είναι της μητέρας μου. Εσύ εδώ δεν είσαι τίποτα.
Έκλεισα τα μάτια. Εκεί ακριβώς, Θεοδώρα Ευαγγέλου, κάνατε λάθος. Ακριβώς εκεί.
Γιατί την προκαταβολή δεν τη δώσατε εσείς.
Τη θυμόμουν πάρα πολύ καλά εκείνη την προκαταβολή. Ήταν το μικρό μου διαμέρισμα στην Καλλιθέα, αυτό που μου είχε αφήσει η γιαγιά μου με διαθήκη, δύο χρόνια πριν παντρευτώ τον Σάκη Καραγιάννη. Ήταν περιουσία πριν από τον γάμο, δική μου, αποκλειστικά δική μου. Παντρευτήκαμε, μείναμε έναν χρόνο σε εκείνο το μονάρι και μετά αποφασίσαμε να πάρουμε κάτι μεγαλύτερο, ένα δυάρι, επειδή ήμουν έγκυος στην Ειρήνη Λεοντιάδη. Κι εγώ πούλησα το σπίτι της γιαγιάς μου. Τα δικά μου τετραγωνικά, το μοναδικό πράγμα που μου είχε μείνει από τον μόνο άνθρωπο που με αγάπησε χωρίς όρους. Το πούλησα σε καλή τιμή και σχεδόν ολόκληρο το ποσό το έβαλα στην προκαταβολή για το διαμέρισμά μας.
Η Θεοδώρα Ευαγγέλου τότε πρόσθεσε κάτι. Ναι, πρόσθεσε. Τρεις χιλιάδες ευρώ. Θυμόμουν μάλιστα πώς τα έδωσε στον Σάκη Καραγιάννη μπροστά μου, με ύφος επίσημο, σαν να του απένειμε παράσημο. «Για το καινούργιο σας σπίτι, παιδιά μου, από μένα». Τρεις χιλιάδες από τις σχεδόν είκοσι χιλιάδες ευρώ της προκαταβολής. Όλα τα υπόλοιπα ήταν δικά μου. Από το σπίτι της γιαγιάς.
Παρά ταύτα, το ακίνητο γράφτηκε στο όνομα του Σάκη Καραγιάννη. Εγώ τότε ήμουν στο νοσοκομείο για παρακολούθηση της εγκυμοσύνης, δεν είχα μυαλό για συμβόλαια και χαρτιά, κι εκείνος μου είπε: «Τι σημασία έχει; Οικογένεια είμαστε. Σε όποιον κι αν γραφτεί, κοινό είναι». Και τον πίστεψα. Υπέγραψα τη συναίνεση για την πράξη μπροστά σε συμβολαιογράφο, μέσα στον ίδιο τον θάλαμο όπου ήρθε με τα έγγραφα, και ούτε καν διάβασα προσεκτικά τι υπέγραφα. Οι πόνοι είχαν ήδη αρχίσει· δεν μπορούσα να σκεφτώ κτηματολόγια και μεταβιβάσεις.
Από την κουζίνα ακούστηκε το κουδούνισμα ενός φλιτζανιού πάνω στο πιατάκι.
— Εντάξει, μαμά. Θα σκεφτώ πώς είναι καλύτερα να το κάνω.
— Μη σκέφτεσαι. Κάν’ το. Θέλεις να της μιλήσω εγώ; Γυναικεία, ήρεμα. Θα της εξηγήσω ότι δεν αξίζει να σπάει τα νεύρα ούτε τα δικά σου ούτε τα δικά της. Αν φύγει όμορφα, θα της δώσω κι εγώ κάτι για τον πρώτο καιρό. Αν το πάει άσχημα, ας πρόσεχε. Στο δικαστήριο μπορώ να της κάνω τέτοιο πόλεμο που θα παρακαλάει να φύγει τρέχοντας.
— Δεν χρειάζεται να της μιλήσεις εσύ. Θα το κανονίσω εγώ.
— Όπως νομίζεις. Μόνο μη μαλθακώσεις. Άντρας είσαι. Τι είναι για σένα; Βάρος. Ούτε ομορφιά, ούτε πονηριά, ούτε προκοπή. Πάντα σου το έλεγα: δεν σου ταίριαζε. Θα βρεις μια κανονική γυναίκα, με σπίτι, με αυτοκίνητο, όχι αυτήν εδώ με τις πάπιες και τις ενέσεις της.
Άνοιξα τα μάτια. Στο χολ κρεμόταν ένας παλιός καθρέφτης, κι αυτός από το διαμέρισμα της γιαγιάς μου· το μοναδικό αντικείμενο που είχα κρατήσει όταν το πούλησα. Σήκωσα το βλέμμα μου και κοίταξα μέσα του.
