“Αν δεν επιστρέψεις και το τελευταίο ευρώ από τα χρήματα που πήρες από το κουτί μου και έδωσες στον αδελφό σου, μην τολμήσεις να ξαναπατήσεις εδώ μέσα!” φώναξε η γυναίκα, καθώς η Ειρήνη άνοιξε το κουτί και το βρήκε άδειο

Αδικαιολόγητα σκληρή μοίρα, αβάσταχτη απογοήτευση.
Ιστορίες

Η Ειρήνη δεν αποκρίθηκε. Στεκόταν μόνο εκεί και τον κοιτούσε, κρατώντας την πόρτα ανοιχτή. Ο Ρωμανός έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, ύστερα άλλο ένα, και πριν προλάβει να καταλάβει πώς, βρέθηκε έξω, στο κλιμακοστάσιο. Την επόμενη στιγμή η πόρτα έκλεισε μπροστά του με έναν ήσυχο, αλλά οριστικό ήχο. Από μέσα ακούστηκε το κλειδί να γυρίζει δύο φορές στην κλειδαριά.

Εκείνο το μεταλλικό «κλικ» αντήχησε στη νεκρική σιωπή της σκάλας σαν πυροβολισμός. Ο Ρωμανός έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητος, κοιτάζοντας χαμένος τη λεία επιφάνεια της πόρτας, που δεν είχε ούτε ματάκι. Δεν ένιωθε το κρύο που περνούσε μέσα από το λεπτό μπλουζάκι του σπιτιού. Ένιωθε μόνο την προσβολή. Μια καυτή, άδικη, παιδική προσβολή. Όχι τύψεις.

Όχι, δεν αισθανόταν ενοχή για αυτό που είχε κάνει. Το μυαλό του, για να προστατευτεί, είχε ήδη σηκώσει γύρω του έναν τοίχο άμυνας. Δεν ήταν κλέφτης· ήταν σωτήρας. Είχε σώσει τον γάμο του αδελφού του. Είχε φερθεί σαν άντρας, σαν αρχηγός οικογένειας, που μεταφέρει τους πόρους εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη. Η Ειρήνη, από την άλλη… απλώς δεν το καταλάβαινε. Είχε γίνει μικρόψυχη.

Κατέβηκε τις σκάλες, και με κάθε σκαλοπάτι η πικρία μέσα του σκλήραινε, φούσκωνε, μεταμορφωνόταν σε αγανάκτηση που του φαινόταν απόλυτα δίκαιη. Πώς τόλμησε; Να πετάξει έξω τον ίδιο της τον άντρα σαν άτακτο παιδάκι; Για λεφτά! Για μερικά χαρτονομίσματα που τα είχε κρυμμένα σε ένα κουτί παπουτσιών, λες και ήταν καμιά γριά τοκογλύφος.

Οι σκέψεις του πηδούσαν από το ένα στο άλλο, μα όλες κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα: εκείνος είχε δίκιο και εκείνη άδικο. Μπήκε στο αυτοκίνητο· το παγωμένο δέρμα του καθίσματος τον συνέφερε για μια στιγμή. Πού να πήγαινε; Είκοσι τέσσερις ώρες. Τόσο του είχε δώσει. Η σκέψη αυτή δεν του προκάλεσε πανικό, παρά μόνο ένα ειρωνικό μειδίαμα. Πίστευε σοβαρά πως θα πήγαινε τώρα να ξεζουμίσει τον αδελφό του, που πιθανότατα στο μυαλό του ήταν ήδη ξαπλωμένος σε κάποια παραλία στην Ταϊλάνδη; Γελοίο.

Ο Ρωμανός έβαλε μπροστά και πήγε στον Δημήτρη. Όχι για τα χρήματα. Για κατανόηση. Για επιβεβαίωση. Είχε ανάγκη να ακούσει από κάποιον πως ήταν ήρωας — όχι ένοχος.

Το διαμέρισμα του Δημήτρη τον υποδέχτηκε με ζεστό φως και με μια μυρωδιά καινούριου πράγματος· ίσως άρωμα, ίσως φρεσκοανοιγμένες αγορές. Από το δωμάτιο έφταναν γέλια της Λέρας και μουσική. Στον διάδρομο, πάνω στο πάτωμα, στεκόταν μια μισάνοιχτη βαλίτσα, και από μέσα κρεμόταν η άκρη ενός πολύχρωμου παρεό.

Ο Ρωμανός μπήκε στο σαλόνι. Ο Δημήτρης και η Λέρα κάθονταν στο πάτωμα, περικυκλωμένοι από στοίβες με καινούρια σορτσάκια, μπλουζάκια και μαγιό, κόβοντας τις ετικέτες. Μόλις τον είδε, ο Δημήτρης χαμογέλασε πλατιά.

— Ω, καλώς τον αδελφό! — είπε χαρούμενα. — Ετοιμάζουμε την γκαρνταρόμπα του παραδείσου. Κοίτα τι γυαλιά άρπαξε η Λέρα!

Η Λέρα σήκωσε με ενθουσιασμό ένα ζευγάρι καινούρια γυαλιά ηλίου με μοντέρνο σκελετό και τα κούνησε προς το μέρος του. Η ανεμελιά τους, η χαρά τους, όλα εκείνα που είχαν αγοραστεί με τα δικά του χρήματα — ή, για την ακρίβεια, με τα χρήματα της Ειρήνης — δεν γέννησαν μέσα του ούτε ζήλια ούτε θυμό. Αντίθετα, ένιωσε περηφάνια. Να, μπροστά του βρισκόταν η χειροπιαστή απόδειξη της ευγενικής του πράξης.

— Η Ειρήνη το έμαθε — είπε χαμηλόφωνα.

Το χαμόγελο του Δημήτρη άρχισε σιγά σιγά να σβήνει.

— Τι θα πει «το έμαθε»; — ρώτησε, αφήνοντας κάτω το ψαλίδι.

Η Λέρα σταμάτησε να γελά και τον κοίταξε με περιέργεια.

— Βρήκε το άδειο κουτί. Με πέταξε έξω από το σπίτι. Είπε να μη γυρίσω χωρίς τα λεφτά. Μου έδωσε μία μέρα.

Ο Δημήτρης σφύριξε σιγανά. Έριξε μια ματιά στη Λέρα και ύστερα ξανακοίταξε τον Ρωμανό. Στο βλέμμα του δεν υπήρχε φόβος ούτε ίχνος ενοχής. Μόνο μια ελαφριά ενόχληση, σαν να είχε αρχίσει ξαφνικά να βρέχει και κινδύνευε να χαλάσει μια εκδρομή.

— Έλα τώρα, χαλάρωσε — είπε, χτυπώντας τον στον ώμο. — Γυναίκες. Τα ίδια κάνουν πάντα. Θα φουσκώσει, θα ξεφουσκώσει και θα ηρεμήσει. Πρώτη μέρα παντρεμένος είσαι; Θα φωνάξει λίγο, θα κοπανήσει τίποτα, και μετά μόνη της θα έρθει να τα βρείτε.

— Δεν φώναξε, Δημήτρη — είπε ο Ρωμανός κουνώντας το κεφάλι. — Αυτό είναι το θέμα. Απλώς… με έβγαλε έξω. Και είπε να πουλήσεις το νεφρό σου, αν χρειαστεί.

Ο Δημήτρης ξέσπασε σε γέλια. Δυνατά, ειλικρινά.

— Το νεφρό μου! Καλό αυτό! Άκουσέ με, μην τσιμπάς σε τέτοιους εκβιασμούς. Άντρας είσαι ή όχι; Βοήθησες τον αδελφό σου, έσωσες μια οικογένεια. Αυτό είναι πράξη. Κι εκείνη κάθεται και μιλάει για σίδερα και λεφτά. Δεν μπορεί απλώς να χαρεί για μας; — είπε και αγκάλιασε τη Λέρα, η οποία έσπευσε να συμφωνήσει κουνώντας το κεφάλι.

— Φυσικά, Ρωμανέ — πρόσθεσε εκείνη πιο συνεσταλμένα. — Σου είμαστε τόσο ευγνώμονες. Η Ειρήνη απλώς… θα είναι κουρασμένη. Θα της περάσει.

Τα λόγια τους έπεσαν σαν βάλσαμο στην ψυχή του Ρωμανoύ. Δεν πήρε απλώς στήριξη· πήρε άφεση. Η πράξη του έπαψε οριστικά να μοιάζει με κλοπή και υψώθηκε σε κατόρθωμα. Η Ειρήνη, πάλι, από προδομένη σύζυγος μετατράπηκε μέσα του σε εγωίστρια, σκληρή μάγισσα, ανίκανη να νιώσει συμπόνια.

— Και τώρα τι κάνω; — ρώτησε, παρόλο που ήδη ήξερε πως δεν σκόπευε να κάνει απολύτως τίποτα.

— Τίποτα! — δήλωσε ο Δημήτρης με αυτοπεποίθηση. — Μείνε να κοιμηθείς εδώ, αν θέλεις. Αύριο θα πας σπίτι σαν να μη συνέβη τίποτα. Θα της μιλήσεις αντρίκια. Θα της εξηγήσεις πως υπάρχουν πράγματα πιο σημαντικά από τα χρήματα. Για παράδειγμα, η οικογένεια.

Ψίθυροι Ζωής