“Στην υγειά της νύφης που ζει με τα δικά μας λεφτά!” είπε ο Σπυρίδων Ξενάκης με κυνικό χαμόγελο, και η νύφη σηκώθηκε να ζητήσει το μικρόφωνο

Απαράδεκτο και άδικο, αλλά ανατριχιαστικά γνώριμο.
Ιστορίες

— Η αποψινή δεξίωση. Τα γενέθλιά σας. Σύνολο 4.500 €. Εσείς βάλατε 1.000. Ο Γιάννης άλλα 1.500. Τα υπόλοιπα 2.000 € ήταν δικά μου. Έμβασμα στις 20 Μαρτίου, ώρα 14:07, προς το εστιατόριο «Ελαιώνας». Αν θέλετε, μπορείτε να το διασταυρώσετε.

Άφησα το μικρόφωνο πάνω στο τραπέζι του παρουσιαστή.

— Στην υγειά του γενναιόδωρου πεθερού, είπα.

Και σήκωσα το ποτήρι μου.

Για σαράντα ολόκληρα δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε τίποτα. Τα μέτρησα. Ξέρω να μετράω· τέτοια είναι η δουλειά μου.

Ύστερα, από την άλλη άκρη της αίθουσας, κάποιος μουρμούρισε χαμηλόφωνα:

— Ε, αυτό πια…

Η Αγγελική, δίπλα μου, άγγιξε απαλά το χέρι μου και ψιθύρισε:

— Δυνατό.

Ο Σπυρίδων Ξενάκης καθόταν ακίνητος, με τα μάτια καρφωμένα στο πιάτο του. Το δαχτυλίδι του δεν ήταν πια στο χέρι του· το είχε βγάλει και το είχε ακουμπήσει στο τραπεζομάντιλο, δίπλα στο πιρούνι. Πρώτη φορά έβλεπα το χέρι του γυμνό από εκείνο το δαχτυλίδι. Τα δάχτυλά του έμοιαζαν ξαφνικά πιο λεπτά, πιο γερασμένα.

Ο Γιάννης ήταν κάτασπρος. Δεν κοιτούσε ούτε τον πατέρα του ούτε εμένα. Έτριβε τον αυχένα του με τα δυο του χέρια, σαν να ήθελε να ξεβιδώσει το ίδιο του το κεφάλι.

Η Δέσποινα σηκώθηκε απότομα και βγήκε από την αίθουσα. Άκουσα την πόρτα να κλείνει με έναν ξερό ήχο.

Ο παρουσιαστής καθάρισε τον λαιμό του.

— Λοιπόν, συνεχίζουμε! Έχουμε και παιχνίδι για τον εορτάζοντα!

Προσπαθούσε να κολλήσει πάλι τη βραδιά από εκεί όπου είχε σχιστεί. Μόνο που η ραφή φαινόταν πια σε όλους.

Δεκαπέντε λεπτά αργότερα βγήκα στο φουαγιέ. Η Θάλεια με πρόλαβε κοντά στην γκαρνταρόμπα.

— Είσαι καλά; με ρώτησε.

— Καλά.

— Έπρεπε να το είχες κάνει από καιρό.

— Το ξέρω.

Στάθηκα μπροστά στο τζάμι και κοίταξα έξω, προς το πάρκινγκ. Απριλιάτικο βράδυ. Φανάρια. Λακκούβες που γυάλιζαν μετά τη βροχή της ημέρας. Μέσα μου επικρατούσε ησυχία. Όχι κενό· ησυχία. Σαν να είχε σβήσει επιτέλους ένας θόρυβος που βούιζε ασταμάτητα για χρόνια. Δεν ήταν χαρά. Ούτε ανακούφιση ακριβώς. Μόνο σιωπή.

Ο Γιάννης εμφανίστηκε ύστερα από δέκα λεπτά. Στάθηκε δίπλα μου, με τα χέρια χωμένα στις τσέπες.

— Είσαι ευχαριστημένη τώρα; είπε.

— Όχι. Αλλά δεν το μετανιώνω.

Δεν απάντησε αμέσως.

— Έκλαψε, είπε τελικά. Ο πατέρας μου. Στην τουαλέτα. Η Δέσποινα είναι μαζί του.

Ένιωσα ένα βάρος να κάθεται στο στήθος μου. Όχι λύπηση. Βάρος. Γιατί ήξερα πως εκείνα τα δάκρυα δεν είχαν καμία σχέση με μεταμέλεια. Έκλαιγε επειδή ένιωσε ταπεινωμένος. Δεν καταλάβαινε ότι εκείνος με ταπείνωνε. Σε κάθε γιορτή. Επί δεκατέσσερα χρόνια.

— Πάμε σπίτι; ρώτησε ο Γιάννης.

— Πάμε.

Φύγαμε χωρίς να αποχαιρετήσουμε κανέναν. Τα παιδιά ήταν στη μητέρα μου. Στο σπίτι, ο Γιάννης έβγαλε τα ρούχα του, ξάπλωσε στον καναπέ και βυθίστηκε στο κινητό του. Εγώ έκανα ντους και πήγα στο κρεβάτι. Το ταβάνι ήταν λευκό, καθαρό. Το χρώμα το είχα διαλέξει μόνη μου, τρία χρόνια πριν, σε εκείνη ακριβώς την ανακαίνιση.

Έμεινα ξαπλωμένη, άυπνη. Μόνο που, για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια, δεν χρειαζόταν να μετράω από μέσα μου για να ηρεμήσω. Δεν υπήρχε πια λόγος. Όλους τους αριθμούς τούς είχα ήδη πει δυνατά.

Πέρασαν τρεις εβδομάδες.

Ο Σπυρίδων Ξενάκης δεν τηλεφώνησε. Ούτε μία φορά. Ο Γιάννης πηγαίνει κάθε Κυριακή να τον δει, μόνος του. Γυρίζει αμίλητος, τρώει το βραδινό του και μετά ξαπλώνει στον καναπέ.

Η Δέσποινα μου έστειλε μήνυμα την τρίτη μέρα: «Ταπείνωσες τον μπαμπά μπροστά στους φίλους του, πάνω στα γενέθλιά του. Οι οικογένειες δεν φέρονται έτσι».

Το διάβασα. Δεν απάντησα. Γιατί αυτό ακριβώς σκεφτόμουν κι εγώ όλα αυτά τα χρόνια: ότι οι οικογένειες δεν φέρονται έτσι. Μόνο που εγώ το εννοούσα για κάτι εντελώς διαφορετικό.

Η Θάλεια, από τη δουλειά, μου έγραψε: «Ο άντρας μου ακόμα το θυμάται. Λέει πως κανείς δεν έχει απαντήσει ποτέ τόσο καθαρά και τόσο ψύχραιμα. Σεβασμός».

Ο συνάδελφος του Γιάννη, ο Πάνος Μεταξάς, του είπε να μου μεταφέρει: «Η γυναίκα σου στάθηκε παλικάρι. Ο πατέρας σου το είχε παρατραβήξει».

Χθες τηλεφώνησε η πεθερά μου από το Ηράκλειο. Η Λυδία Ελευθεριου. Δεν το περίμενα.

— Σοφία Παυλου, είπε, η Δέσποινα μου τα είπε. Δεν θα σε μαλώσω. Αλλά καταλαβαίνεις κι εσύ… είναι μεγάλος άνθρωπος. Εξήντα πέντε χρονών. Όλα αυτά τα έχτισε με τα χέρια του. Πόνεσε.

— Κι εγώ πόνεσα, Λυδία Ελευθεριου. Δεκατέσσερα χρόνια.

Έμεινε για λίγο σιωπηλή.

— Το ξέρω, είπε. Γι’ αυτό κι έφυγα.

Και έκλεισε.

Χθες ο Γιάννης με ρώτησε:

— Θα έρθεις στον πατέρα μου τις μέρες του Μαΐου;

— Όχι, απάντησα. Αν θέλει να μιλήσουμε, ας με πάρει ο ίδιος. Αλλά όχι για να μιλήσει μόνο σ’ εμένα. Να πει μπροστά στους ίδιους ανθρώπους ότι είχε άδικο.

Ο Γιάννης με κοίταξε σαν να του είχα ζητήσει να πηδήξει από την ταράτσα.

— Δεν θα το κάνει, είπε. Το ξέρεις.

— Το ξέρω.

Η Ειρήνη Παυλου ρωτάει γιατί δεν πηγαίνουμε πια στον παππού. Ο Ηλίας Στεφανοπουλος δεν ρωτάει τίποτα. Είναι ήδη δεκατριών· αρκετά μεγάλος για να καταλαβαίνει. Την περασμένη εβδομάδα μού είπε μόνος του:

— Μαμά, ο παππούς είναι ξεροκέφαλος. Αλλά κι εσύ είσαι.

Πήγα να του απαντήσω, όμως χαμογέλασε. Κι έτσι δεν είπα τίποτα.

Πηγαίνω στη δουλειά. Μετράω, ελέγχω, βάζω σε τάξη χαρτιά και πρωτόκολλα. Πληρώνω τα μαθήματα των παιδιών. Ζω σε ένα διαμέρισμα που δεν μου χαρίστηκε, αλλά που εγώ το έκανα σπίτι.

Ο Σπυρίδων Ξενάκης εξακολουθεί να σιωπά. Οι μισοί από τους καλεσμένους του πιστεύουν πως φέρθηκα αγενώς. Οι άλλοι μισοί λένε ότι το άξιζε.

Όλοι άκουσαν πώς με ταπείνωσε. Όλοι άκουσαν και την απάντησή μου. Τώρα οι μισοί τηλεφωνούν σ’ εκείνον και οι άλλοι μισοί σ’ εμένα.

Ποιος από τους δυο μας, άραγε, το παράκανε;

Ψίθυροι Ζωής