“Στην υγειά της νύφης που ζει με τα δικά μας λεφτά!” είπε ο Σπυρίδων Ξενάκης με κυνικό χαμόγελο, και η νύφη σηκώθηκε να ζητήσει το μικρόφωνο

Απαράδεκτο και άδικο, αλλά ανατριχιαστικά γνώριμο.
Ιστορίες

Εκείνος κατέθεσε 1.000 €. Ούτε ευρώ παραπάνω. Για τη δική του γιορτή.

Κράτησα το αποδεικτικό της πληρωμής. 2.000 €. Είκοσι Μαρτίου, 14:07. Δικαιούχος: το εστιατόριο «Το Άλσος». Δεν ήξερα τότε γιατί το φύλαξα τόσο προσεκτικά. Ίσως επειδή, μέσα μου, κάτι περίμενε.

Τρεις μέρες πριν από την επέτειο, με πήρε η Δέσποινα Θεοχαρίδης.

— Σοφία, ο μπαμπάς είναι πολύ στενοχωρημένος. Τον πλήγωσες με αυτή την ιστορία του εστιατορίου.

— Τον πλήγωσα; Με ποιον τρόπο;

— Ήθελε κάτι οικογενειακό. Στο σπίτι. Κι εσύ έτρεξες κατευθείαν σε αίθουσα. Σαν να βαριέσαι να ασχοληθείς.

Ήμουν στην κουζίνα. Η Ειρήνη Παυλου καθόταν στο τραπέζι με τα τετράδιά της ανοιχτά και μασούσε την άκρη του μολυβιού.

— Δέσποινα, μιλάμε για πενήντα πέντε ανθρώπους. Δουλεύω πέντε μέρες την εβδομάδα. Πότε ακριβώς θα προλάβαινα να μαγειρέψω για όλους;

— Θα μπορούσα να σε βοηθήσω εγώ.

Σε δεκατέσσερα χρόνια γάμου, η Δέσποινα δεν είχε προσφερθεί ούτε μία φορά να βοηθήσει. Ούτε με φαγητά. Ούτε με τα παιδιά. Ούτε με το παραμικρό. Ποτέ.

— Το εστιατόριο έχει ήδη εξοφληθεί, της είπα ήρεμα. Τα λέμε το Σάββατο.

Έκλεισα. Η Ειρήνη σήκωσε το κεφάλι από το τετράδιο.

— Μαμά, γιατί η θεία Δέσποινα είναι θυμωμένη;

— Δεν είναι θυμωμένη, Ειρήνη. Ανησυχεί για τον παππού.

— Α, έκανε εκείνη και ξαναγύρισε στις ασκήσεις της.

Άφησα το κινητό στην άκρη. Μέσα μου είχε απλωθεί μια παράξενη ησυχία. Κενή και ψυχρή, σαν εργαστήριο μετά τις πέντε, όταν όλοι έχουν φύγει και ακούγεται μόνο ο μονότονος θόρυβος του εξαερισμού.

Σάββατο. Δώδεκα Απριλίου. Εστιατόριο «Το Άλσος».

Η αίθουσα ήταν πράγματι όμορφη. Μεγάλα παράθυρα από το δάπεδο ως την οροφή, δέντρα πίσω από το τζάμι, κατάλευκα τραπεζομάντιλα, γυαλισμένα ποτήρια. Έφτασα δύο ώρες νωρίτερα, για να ελέγξω τα τραπέζια, τις θέσεις, το μενού. Η υπεύθυνη με ρώτησε αν ήμουν «από τον κύριο Σπυρίδωνα Ξενάκη». Έγνεψα. Εκείνη σημείωσε κάτι στη λίστα της.

Οι καλεσμένοι άρχισαν να εμφανίζονται γύρω στις έξι. Συνεργάτες του Σπυρίδωνα από τις οικοδομές, γείτονες, παλιοί φίλοι· άντρες φωνακλάδες με σακάκια και γυναίκες με προσεγμένα χτενίσματα. Ήρθαν και συγγενείς: ένας ξάδελφος από την Πάτρα, μια θεία από τη Λαμία. Η Δέσποινα φορούσε μπλε φόρεμα και σκουλαρίκια σε σχήμα σταγόνας. Ο Γιάννης Σολομωνίδης εμφανίστηκε με καινούριο κοστούμι. Το πουκάμισο το είχα διαλέξει εγώ· εκείνος, φυσικά, δεν το είχε καν προσέξει.

Ο Σπυρίδων Ξενάκης μπήκε τελευταίος. Λευκό πουκάμισο, μαύρο σακάκι, δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο που άστραφτε κάτω από τα φώτα της αίθουσας. Μόλις πέρασε την πόρτα, ο κόσμος ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Ο εορτάζων είχε καταφτάσει.

Καθίσαμε. Οι προπόσεις άρχισαν να πηγαίνουν από χέρι σε χέρι. Πρώτος μίλησε ο αδελφός του. Μετά η Δέσποινα. Ύστερα ένας παλιός φίλος, που θυμήθηκε πώς είχαν ξεκινήσει τη δουλειά στις οικοδομές πριν από χρόνια, «με δύο φτυάρια και ένα παλιό φορτηγάκι».

Εγώ βρισκόμουν ανάμεσα στον Γιάννη και σε μια γυναίκα που δεν γνώριζα, σύζυγο κάποιου συνεργάτη. Μου συστήθηκε ως Αγγελική Σπυροπουλου και σχεδόν αμέσως με ρώτησε:

— Εσείς τι συγγένεια έχετε με τον κύριο Ξενάκη;

— Νύφη του είμαι, απάντησα.

Έγνεψε με νόημα.

— Τυχερή είστε. Λένε πως είναι πολύ γενναιόδωρος άνθρωπος.

Χαμογέλασα. Κάτω από το τραπέζι, τσαλάκωσα τη χαρτοπετσέτα στη χούφτα μου.

Ως τις εννιά, το κρασί είχε κάνει τη δουλειά του. Ο παρουσιαστής της βραδιάς έδωσε το μικρόφωνο στον Σπυρίδωνα Ξενάκη, για να πει δυο λόγια. Η αίθουσα χαμήλωσε τη φωνή της σχεδόν αμέσως.

Ο Σπυρίδων σηκώθηκε. Ίσιωσε τους ώμους. Ήταν μεγαλόσωμος, ένα κεφάλι ψηλότερος από τους περισσότερους, φαρδύς σαν ντουλάπα. Η φωνή του βγήκε βαριά, συνηθισμένη να διατάζει. Από εκείνες τις φωνές που κανείς δεν διακόπτει.

— Σας ευχαριστώ όλους, άρχισε. Σας ευχαριστώ που ήρθατε. Τα εξήντα πέντε δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Είναι απολογισμός.

Οι καλεσμένοι κούνησαν συγκαταβατικά τα κεφάλια.

— Έχτισα σπίτι. Έστησα επιχείρηση. Μεγάλωσα δύο παιδιά. Ο Γιάννης είναι εργοδηγός, το δεξί μου χέρι. Η Δέσποινα κρατάει τα λογιστικά και τα ελέγχει όλα. Στον γιο μου έδωσα διαμέρισμα. Του έδωσα δουλειά. Του εξασφάλισα οικογένεια.

Σταμάτησε. Έστρεψε το πρόσωπό του προς το μέρος μου. Το δαχτυλίδι του χτύπησε στο ποτήρι, με έναν λεπτό, γυάλινο ήχο.

— Και θέλω να πιω στην υγειά της νύφης μου, της Σοφίας Παυλου. Που ζει από τη δική μας τσέπη.

Στην αρχή απλώθηκε σιωπή. Ύστερα ακούστηκαν γελάκια. Από την άλλη άκρη του τραπεζιού κάποιος φώναξε: «Έτσι είναι οι πατεράδες!» Η Αγγελική δίπλα μου γύρισε αλλού το βλέμμα, σαν να μην είχε ακούσει τίποτα.

Ο Σπυρίδων Ξενάκης γέλασε δυνατά. Πλατιά, με όλη του την καρδιά. Δεν το έλεγε για αστείο· το πίστευε. Πίστευε στ’ αλήθεια πως ήταν αστείο, σωστό και πως όλοι συμφωνούσαν μαζί του.

Πενήντα πέντε άνθρωποι σήκωσαν τα ποτήρια. Άλλοι από αμηχανία. Άλλοι επειδή ήταν γιορτή και δεν ήθελαν να χαλάσουν το κλίμα. Και κάποιοι επειδή, κατά βάθος, σκέφτονταν ακριβώς το ίδιο.

Δίπλα μου, ο Γιάννης έσφιξε το πιρούνι. Δεν γύρισε να με κοιτάξει. Δεν είπε λέξη.

Περίμενα να πιουν. Περίμενα και τον παρουσιαστή να απλώσει το χέρι για το μικρόφωνο. Τότε σηκώθηκα.

— Μπορώ; του είπα. Ένα λεπτό μόνο.

Ο παρουσιαστής κοίταξε τον Σπυρίδωνα. Εκείνος σήκωσε αδιάφορα τους ώμους.

— Άντε, νύφη, πες κι εσύ μια πρόποση.

Πήρα το μικρόφωνο. Ήταν ζεστό από τα χέρια όσων το είχαν κρατήσει πριν από μένα.

Πενήντα πέντε πρόσωπα στράφηκαν πάνω μου. Ανάμεσά τους ήταν και η συνάδελφός μου, η Θάλεια Αγγελοπουλου, με τον άντρα της. Εκείνη μόνη ήξερε πόσα έβγαζα και τι πλήρωνα κάθε μήνα. Με κοίταξε και μου έγνεψε σχεδόν ανεπαίσθητα.

Πήρα ανάσα. Τα χέρια μου δεν έτρεμαν.

— Σπυρίδων Ξενάκης, άρχισα, σας ευχαριστώ για την πρόποση. Ήταν ειλικρινής. Πραγματικά πιστεύετε ότι ζω εις βάρος σας. Το ακούω δεκατέσσερα χρόνια. Και σήμερα θέλω επιτέλους να σας απαντήσω. Μπροστά σε όλους. Όπως κι εσείς μιλήσατε μπροστά σε όλους.

Η αίθουσα πάγωσε. Η Δέσποινα έμεινε με το στόμα μισάνοιχτο.

— Χαρίσατε στον Γιάννη ένα διαμέρισμα. Αυτό είναι αλήθεια. Δύο δωμάτια, πέμπτος όροφος, πολυκατοικία παλιάς κατασκευής. Σας ευχαριστούμε. Ήταν γενναιόδωρη κίνηση. Μόνο που την ανακαίνιση εκείνου του σπιτιού —πατώματα, τοίχους, μπάνιο, κουζίνα— την πλήρωσα εγώ. 7.800 €. Από τον δικό μου μισθό. Και έχω όλες τις αποδείξεις.

Κάποιος στο τραπέζι ξερόβηξε. Το χαμόγελο έφυγε από το πρόσωπο του Σπυρίδωνα.

— Δουλεύω έντεκα χρόνια, συνέχισα. Κάθε εργάσιμη μέρα, από τις οκτώ ως τις πέντε, σε μονάδα γαλακτοκομικών. Είμαι εργαστηριακή υπεύθυνη ποιοτικού ελέγχου. Δεν πλένω δοκιμαστικούς σωλήνες, όπως σας αρέσει να λέτε. Ελέγχω προϊόντα που αγοράζουν οικογένειες. Πρωτόκολλα, αναλύσεις, προδιαγραφές. Αυτή είναι η δουλειά μου. Και πληρώνομαι γι’ αυτή.

Η σιωπή έγινε πιο βαριά. Είδα την Αγγελική να γυρίζει πια κανονικά προς το μέρος μου. Δεν απέστρεφε άλλο το βλέμμα.

— Τα μαθήματα του Ηλία Στεφανοπουλου —τζούντο, μαθηματικά— τα πληρώνω εγώ. Το σχέδιο της Ειρήνης Παυλου το πληρώνω εγώ. 180 € τον μήνα. Τα τρόφιμα τα μοιραζόμαστε με τον Γιάννη. Τα ρούχα των παιδιών τα αγοράζω εγώ. Η συμμετοχή μου σε αυτή την οικογένεια δεν είναι μικρότερη από κανενός άλλου σε αυτό το τραπέζι.

Ο Σπυρίδων κάθισε. Βαρύς, σαν να του λύγισαν ξαφνικά τα πόδια.

— Και κάτι τελευταίο, είπα.

Ψίθυροι Ζωής