“Στην υγειά της νύφης που ζει με τα δικά μας λεφτά!” είπε ο Σπυρίδων Ξενάκης με κυνικό χαμόγελο, και η νύφη σηκώθηκε να ζητήσει το μικρόφωνο

Απαράδεκτο και άδικο, αλλά ανατριχιαστικά γνώριμο.
Ιστορίες

Δεν τα κρατούσα επειδή περίμενα πως κάποτε θα μου χρειάζονταν σε πόλεμο. Απλώς έτσι είχα μάθει. Στη δουλειά μου, χωρίς χαρτιά δεν κάνεις ούτε βήμα· εργαστηριακός βοηθός χωρίς τεκμηρίωση δεν υπάρχει.

Όταν τελείωσαν οι εργασίες, ο Σπυρίδων Ξενάκης ήρθε να δει το αποτέλεσμα. Γύρισε από δωμάτιο σε δωμάτιο, πέρασε την παλάμη του πάνω από τους τοίχους, άνοιξε και έκλεισε την πόρτα του μπάνιου.

— Στραβά το έβαλαν, είπε. Εγώ αλλιώς θα το έκανα.

Ούτε μια λέξη για το ότι εγώ τα είχα κανονίσει όλα. Ούτε μια ερώτηση για το πόσο κόστισε. Μόνο αυτό: στραβά.

Δεν απάντησα. Έπρεπε να είχα μιλήσει. Αλλά έμεινα σιωπηλή, επειδή ο Γιάννης στεκόταν δίπλα μου και έτριβε αμήχανα τον αυχένα του.

Η πραγματική ρωγμή ήρθε το 2021. Πριν από πέντε χρόνια.

Ήταν τα γενέθλια της Ειρήνης. Έκλεινε τα τρία. Έφτιαξα στο σπίτι μια μικρή γιορτή: μπαλόνια, τούρτα, τρεις φίλες της από τον παιδικό σταθμό. Καλέσαμε και τον Σπυρίδωνα Ξενάκη, μαζί με τη Δέσποινα Θεοχαρίδης, την κόρη του, δηλαδή την κουνιάδα μου.

Η Δέσποινα είναι δύο χρόνια μικρότερη από τον Γιάννη· τώρα είναι σαράντα. Δουλεύει στη δουλειά του πατέρα της, στο λογιστήριο. Δεν έχει παντρευτεί. Μένει δυο τετράγωνα πιο κάτω από εκείνον. Ό,τι πει ο Σπυρίδων, για εκείνη είναι νόμος.

Ήρθαν μαζί. Ο Σπυρίδων έφερε στην Ειρήνη έναν λούτρινο λαγό σχεδόν μισό μέτρο. Η Δέσποινα της έδωσε ένα βιβλίο ζωγραφικής. Κάθισαν στο τραπέζι.

Ήπιαμε στην υγεία της μικρής. Ύστερα ο Σπυρίδων Ξενάκης γύρισε προς τον Γιάννη — μπροστά στη Δέσποινα, μπροστά σε μένα, μπροστά στα τρίχρονα παιδιά, που ευτυχώς είχαν ήδη τρέξει στο δωμάτιο.

— Γιάννη, εσύ τραβάς κουπί για όλους, είπε. Η γυναίκα σου πίνει καφεδάκια στη δουλειά, κι εσύ είσαι από το πρωί ως το βράδυ στα εργοτάξια.

Άφησα κάτω το πιάτο μου.

— Κύριε Ξενάκη, εργάζομαι έντεκα χρόνια. Κανονικό οκτάωρο. Κάθε εργάσιμη μέρα.

Με κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του.

— Και λοιπόν; Εργαστήριο είναι αυτό δουλειά; Πλένεις δοκιμαστικούς σωλήνες;

Η Δέσποινα ξεφύσηξε ειρωνικά. Ο Γιάννης κάρφωσε το βλέμμα στο πιάτο του.

— Δεν πλένω σωλήνες. Ελέγχω την ποιότητα της παραγωγής. Πρωτόκολλα, αναλύσεις, καταγραφές. Οκτώ ώρες τη μέρα.

— Οκτώ ώρες, επανέλαβε ο πεθερός μου. Ο Γιάννης στέκεται δώδεκα ώρες στο έργο. Μέσα στη λάσπη, μέσα στο κρύο.

— Και πληρώνεται γι’ αυτό, είπα. Όπως πληρώνομαι κι εγώ.

Ο Σπυρίδων Ξενάκης χτύπησε το δαχτυλίδι του πάνω στο τραπέζι. Δυο κοφτά χτυπήματα.

— Πληρώνεται. Από μένα. Εγώ τον πληρώνω. Εσένα ποιος σε πληρώνει; Το εργοστάσιο; Ψίχουλα σου δίνει το εργοστάσιο, κι όμως ζεις στο δικό μου σπίτι.

— Στο σπίτι του Γιάννη, τον διόρθωσα. Του το γράψατε πριν από δεκατέσσερα χρόνια.

— Ακριβώς. Του το έγραψα. Εγώ. Κι εσύ το βρήκες έτοιμο.

Ήθελα να του μιλήσω για την ανακαίνιση. Για τα 7.800 €. Για τα πλακάκια του μπάνιου που τα διάλεξα εγώ, για το συνεργείο που το βρήκα εγώ, για τα απογεύματα που πήγαινα μετά τη βάρδιά μου να ελέγξω τη δουλειά και μετά γύριζα σπίτι για να ταΐσω δύο παιδιά και να τα βάλω για ύπνο.

Όμως ο Γιάννης σήκωσε το κεφάλι και είπε χαμηλόφωνα:

— Φτάνει. Και οι δύο.

Λες και φταίγαμε και οι δύο. Λες και είχα πει κι εγώ κάτι ανάρμοστο.

Ο Σπυρίδων τελείωσε το τσάι του και είκοσι λεπτά αργότερα έφυγε. Στην είσοδο αγκάλιασε τον Γιάννη, τον χτύπησε φιλικά στον ώμο. Εμένα δεν με κοίταξε καν.

Η Δέσποινα έμεινε λίγο πίσω. Την άκουσα στη σκάλα να ψιθυρίζει στον πατέρα της:

— Τα βλέπεις; Σου μιλάει άσχημα. Και από πάνω αντιμιλάει.

Εγώ στεκόμουν στον διάδρομο κρατώντας τον λούτρινο λαγό, που η Ειρήνη είχε ήδη πετάξει κάτω από την κρεμάστρα.

Εκείνο το βράδυ είπα στον Γιάννη:

— Μίλα στον πατέρα σου. Αυτό δεν γίνεται να συνεχιστεί.

Ο Γιάννης ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ και σκρόλαρε στο κινητό.

— Σοφία, θα του μιλήσω. Αλλά καταλαβαίνεις… μας έδωσε το σπίτι. Μου έδωσε δουλειά. Τι ακριβώς θέλεις να του πω;

— Ότι δεν είμαι παράσιτο.

— Δεν το εννοεί έτσι. Απλώς μιλάει. Μην του δίνεις σημασία.

Δεν του έδωσα.

Για πέντε χρόνια δεν του έδινα σημασία. Σε κάθε γιορτή παιζόταν η ίδια κασέτα. Πρωτοχρονιά: «Ο Γιάννης είναι ο κουβαλητής». Οκτώ Μαρτίου: «Σοφία, πότε θα μάθεις να μαγειρεύεις;» Γενέθλια του Ηλία: «Το αγόρι πρέπει να βλέπει πώς δουλεύει ένας άντρας, όχι τη μάνα του να κοιτάζει σωλήνες στο εργοστάσιο». Τρεις, τέσσερις φορές τον χρόνο. Τουλάχιστον.

Κι εγώ σιωπούσα, επειδή μου το ζητούσε ο Γιάννης. Επειδή τα παιδιά αγαπούσαν τον παππού τους· τους έφερνε δώρα, τα πήγαινε βόλτες με το αυτοκίνητο, φώναζε τον Ηλία «μαχητή» και την Ειρήνη «λαγουδάκι». Και επειδή το διαμέρισμα ήταν στο όνομα του Γιάννη. Με δωρεά. Αν χωρίζαμε, εγώ θα έφευγα με άδεια χέρια. Το ήξερα. Και αυτό με κρατούσε.

Όμως κάθε φορά, ύστερα από τέτοια τραπέζια, γύριζα σπίτι και καθόμουν στο μπάνιο περίπου είκοσι λεπτά. Απλώς καθόμουν στο χείλος της μπανιέρας. Κοιτούσα τα πλακάκια που είχα διαλέξει μόνη μου και μετρούσα μέσα μου. Έντεκα χρόνια. Πεντακόσιες σαράντα μηνιαίες βάρδιες. Χιλιάδες πρωτόκολλα. 7.800 € για την ανακαίνιση. 180 € κάθε μήνα για δραστηριότητες, φροντιστήρια, στολή τζούντο για τον Ηλία, ζωγραφική για την Ειρήνη. Όλα από τον δικό μου μισθό.

Και παρ’ όλα αυτά: «Ζει εις βάρος μας».

Το επετειακό τραπέζι του Σπυρίδωνα Ξενάκη ορίστηκε για τις 26 Απριλίου. Έκλεινε τα εξήντα πέντε. Εκείνος ήθελε να το γιορτάσει στο σπίτι. Πενήντα πέντε καλεσμένοι.

— Θα στρώσουμε τραπέζια μέσα στο διαμέρισμα, ανακοίνωσε στον Γιάννη. Η Δέσποινα θα βοηθήσει. Και η Σοφία ας μαγειρέψει.

Ο Γιάννης μου το μετέφερε.

Το φαντάστηκα αμέσως: πενήντα πέντε άνθρωποι, ένα τριάρι διαμέρισμα, φαγητό για όλους. Τρεις μέρες στην κουζίνα. Σαλάτες σε λεκάνες, ζεστά φαγητά σε κατσαρόλες, πιάτα, ποτήρια, καθάρισμα.

— Γιάννη, αυτό θέλει εστιατόριο. Πενήντα πέντε άτομα στο σπίτι δεν γίνεται.

— Σοφία, ο πατέρας μου θέλει στο σπίτι.

— Ο πατέρας σου θέλει να σταθώ εγώ τρεις μέρες πάνω από την κουζίνα. Δωρεάν.

Ο Γιάννης αναστέναξε. Έτριψε πάλι τον αυχένα του.

Πήρα τηλέφωνο σε πέντε εστιατόρια. Βρήκα ένα κατάλληλο: αίθουσα δεξιώσεων για εξήντα άτομα, μενού 76 € το άτομο. Σύνολο 4.180 €. Μαζί με στολισμό και μουσική, άλλα 320 €. Δηλαδή 4.500 €.

Πήγα στον Σπυρίδωνα Ξενάκη με τους υπολογισμούς έτοιμους. Του έδειξα το μενού, την αίθουσα, τις φωτογραφίες.

— Ωραίο, είπε. Ακριβό.

— Επέτειος είναι. Εξήντα πέντε χρόνια κλείνετε.

Με κοίταξε στεγνά.

— Φυσικά. Εσύ μόνο να μη μαγειρέψεις θέλεις. Να βγάζεις τη δουλειά με ξένα χέρια, αυτό το ξέρεις καλά.

Δεν του απάντησα. Απλώς πλήρωσα.

Το μοιραστήκαμε με τον Γιάννη: 2.000 € από τη δική μου κάρτα, 1.500 € από τη δική του. Το μόνο που απέμενε ήταν η συμμετοχή του ίδιου του Σπυρίδωνα Ξενάκη.

Ψίθυροι Ζωής