— Στην υγειά της νύφης μας! — ο Σπυρίδων Ξενάκης σήκωσε το ποτήρι του και γύρισε προς το μέρος μου. — Στην υγειά της νύφης που ζει με τα δικά μας λεφτά!
Πενήντα πέντε άνθρωποι ξέσπασαν σε γέλια. Κάποιοι μάλιστα χειροκρότησαν. Ο παρουσιαστής της βραδιάς το άρπαξε αμέσως:
— Αυτό μάλιστα, είναι πρόποση!
Εγώ καθόμουν δίπλα στον Γιάννη Σολομωνίδη και είχα καρφώσει το βλέμμα μου στο λευκό τραπεζομάντιλο. Πάνω του είχε απλωθεί μια μικρή κηλίδα από σάλτσα, στενόμακρη, σαν κόμμα σε πρόταση που δεν είχε τελειώσει.
Δεκατέσσερα χρόνια άκουγα την ίδια φράση σε διάφορες εκδοχές. Άλλοτε ειπωμένη χαμηλόφωνα, άλλοτε με ειρωνικό χαμόγελο, άλλοτε μπροστά σε συγγενείς. Το νόημα, όμως, δεν άλλαζε ποτέ: εσύ εδώ δεν αποφασίζεις για τίποτα. Είσαι απλώς το συμπλήρωμα του γιου μου.

Μόνο που τώρα το είπε δημόσια. Σε επέτειο. Με μικρόφωνο.
Ο Γιάννης, δίπλα μου, έτριψε τον σβέρκο του. Το έκανε πάντα όταν αγχωνόταν· περνούσε τη δεξιά παλάμη κάτω από το πίσω μέρος του κεφαλιού, σαν να ήθελε να το γείρει στον ώμο. Περίμενα να μιλήσει. Να πει έστω μία λέξη. Δεν είπε τίποτα.
Ήπια μέχρι τέλους το νερό από το ποτήρι μου. Το ακούμπησα προσεκτικά στο τραπέζι. Σηκώθηκα.
Και κατευθύνθηκα προς τον παρουσιαστή για να ζητήσω το μικρόφωνο.
Αλλά αυτό ήταν το τέλος της ιστορίας. Η αρχή της υπήρξε πολύ πιο ήσυχη.
Με τον Γιάννη παντρευτήκαμε το 2012. Εγώ ήμουν είκοσι εννέα, εκείνος τριάντα ενός. Έναν χρόνο αργότερα γεννήθηκε ο Ηλίας. Πήρα άδεια μητρότητας και τότε ο Σπυρίδων Ξενάκης έκανε στον γιο του δώρο ένα δυάρι στην οδό Μεταλλουργών. Όχι σε εμένα. Στον γιο του. Αυτό φρόντιζε να το τονίζει κάθε φορά.
Έφτιαξε συμβόλαιο δωρεάς στο όνομα του Γιάννη, του παρέδωσε τα κλειδιά μπροστά σε όλο το σόι και είπε:
— Να το εκτιμάς, γιε μου. Δεν μπορεί κάθε πατέρας να κάνει τέτοιο πράγμα.
Τότε εγώ χαμογελούσα. Χαιρόμουν πραγματικά. Το διαμέρισμα ήταν ένα παλιό δυάρι σε πολυκατοικία από μπετόν, στον πέμπτο όροφο. Η μπανιέρα είχε κίτρινα σημάδια από τα άλατα, οι ταπετσαρίες με τα λουλουδάκια έμοιαζαν να έχουν μείνει από τη δεκαετία του ’90, και τα καλοριφέρ τον χειμώνα βούιζαν τόσο δυνατά, που ο Ηλίας ξυπνούσε στις τρεις τα ξημερώματα.
Παρόλα αυτά, σπίτι ήταν. Δικό μας. Δηλαδή, του Γιάννη. Μα οικογένεια δεν ήμασταν;
Τα πρώτα τρία χρόνια δεν εργαζόμουν. Ο Ηλίας ήταν μικρός, και ύστερα έμεινα έγκυος στην Ειρήνη Παυλου. Εκείνη την περίοδο ο Σπυρίδων μιλούσε κάπως πιο μαλακά. Δεν έλεγε ακόμη «ζει εις βάρος μας», αλλά κάτι του τύπου: «Ε, κάθεται στο σπίτι, τι να περιμένεις». Μπροστά στην πεθερά μου, τη Λυδία Ελευθεριου, συγκρατιόταν, γιατί εκείνη τον μάλωνε. Όταν όμως η Λυδία μετακόμισε στην αδελφή της στο Ηράκλειο, το 2018, ο Σπυρίδων σαν να λύθηκε. Ίσιωσε τους ώμους και δεν κρατιόταν πια.
Το 2015, όταν ο Ηλίας έγινε δύο χρονών, έπιασα δουλειά ως βοηθός εργαστηρίου σε γαλακτοβιομηχανία. Βάρδια από τις οκτώ μέχρι τις πέντε. Ο Ηλίας πήγαινε παιδικό σταθμό, η Ειρήνη δεν είχε γεννηθεί ακόμη. Ο μισθός μου ήταν περίπου 280 €. Δεν ήταν κανένα σπουδαίο ποσό. Ήταν όμως δικά μου χρήματα.
Ο Σπυρίδων Ξενάκης το έμαθε έπειτα από μία εβδομάδα. Ο ίδιος ο Γιάννης το ανέφερε σε ένα δείπνο στο σπίτι του πατέρα του.
— Βοηθός εργαστηρίου; — ρώτησε ξανά ο πεθερός μου, σαν να μην είχε ακούσει καλά. Γύρισε στο μικρό του δάχτυλο το βαρύ χρυσό δαχτυλίδι με το μονόγραμμα. — Και λοιπόν; Τι διαφορά έχει; Είτε κάθεται σπίτι είτε κάθεται εκεί.
Δεν απάντησα. Ο Γιάννης έτριψε πάλι τον σβέρκο του.
Από εκείνο το βράδυ ο Σπυρίδων απέκτησε το αγαπημένο του θέμα.
Την πρώτη φορά που το είπε μπροστά μου ήταν σε ένα απλό οικογενειακό τραπέζι, έξι μήνες αφότου είχα πιάσει δουλειά. Ήταν Μάρτιος του 2016. Βρισκόμασταν στο σπίτι του. Έμενε μόνος του σε ένα ευρύχωρο τριάρι στην οδό Δημοκρατίας, με κρύσταλλα στη βιτρίνα και χαλιά κρεμασμένα στους τοίχους. Ο Γιάννης του επισκεύαζε το κουρτινόξυλο στην κρεβατοκάμαρα, κι εγώ ετοίμαζα το τραπέζι.
Ο πεθερός μου στεκόταν στο άνοιγμα της κουζίνας και με παρακολουθούσε να κόβω σαλάτα.
— Ξέρεις, Σοφία Παυλου, — άρχισε, — τώρα κόβεις τη σαλάτα μου, με το δικό μου μαχαίρι, πάνω στη δική μου επιφάνεια κοπής. Και στο σπίτι σου κόβεις πάνω σε σανίδα που αγόρασα εγώ, μέσα σε διαμέρισμα που χάρισα εγώ.
Άφησα το μαχαίρι κάτω.
— Σπυρίδων Ξενάκη, τη σανίδα την αγόρασα εγώ. Από κατάστημα με είδη σπιτιού. Τέσσερα ευρώ έκανε.
Χαμογέλασε ειρωνικά.
— Τη σανίδα. Το διαμέρισμα;
— Το διαμέρισμα το χαρίσατε στον Γιάννη. Σας ευχαριστούμε.
— Να λοιπόν, — άνοιξε τα χέρια. — Είπε και ένα «ευχαριστώ». Κάτι είναι κι αυτό.
Ο Γιάννης μπήκε στην κουζίνα κρατώντας κατσαβίδι.
— Πατέρα, φτάνει.
— Τι έκανα; — ο Σπυρίδων σήκωσε τις παλάμες ψηλά. — Την αλήθεια λέω.
Και πήγε στο σαλόνι, στην τηλεόραση. Το δαχτυλίδι του χτύπησε σιγανά στην κάσα της πόρτας· πάντα την ακουμπούσε καθώς περνούσε.
Τελείωσα τη σαλάτα, κάθισα στο τραπέζι και υπέμεινα εκείνο το δείπνο μέχρι τέλους.
Στο αυτοκίνητο, ο Γιάννης μου είπε:
— Μην αρπάζεσαι. Έτσι είναι ο πατέρας μου. Δεν το λέει από κακία.
Έγνεψα καταφατικά, επειδή ο Ηλίας κοιμόταν στο πίσω κάθισμα και δεν ήθελα να μαλώσουμε μπροστά στο παιδί. Και επειδή, μέσα μου, σκεφτόμουν πως ίσως είχε ένα δίκιο. Το διαμέρισμα, άλλωστε, το είχε δώσει εκείνος. Μήπως είχε δικαίωμα να κάνει και κανένα αστείο;
Έτσι σκεφτόμουν τότε.
Η Ειρήνη γεννήθηκε το 2018. Ξαναμπήκα σε άδεια μητρότητας. Επέστρεψα στη δουλειά ενάμιση χρόνο αργότερα, το 2019. Στο μεταξύ ο μισθός μου είχε αυξηθεί: η επιχείρηση είχε μεγαλώσει και με μετέφεραν στον ποιοτικό έλεγχο. Πρώτα έπαιρνα περίπου 430 €, ύστερα 470 €. Μέχρι το 2026 είχα φτάσει στα 550 €.
Το 2019 αποφάσισα να κάνω ανακαίνιση. Το διαμέρισμα, μέσα σε επτά χρόνια, είχε πια παραδοθεί στη φθορά. Οι σωλήνες έσταζαν, οι ταπετσαρίες στο παιδικό είχαν ξεκολλήσει, και το πλακάκι στο μπάνιο είχε ραγίσει στη μέση όταν ο Ηλίας το πέτυχε με μια μπάλα.
Ο Γιάννης είπε:
— Ζήτα από τον πατέρα μου. Μπορεί να σου στείλει δικούς του μάστορες, έχει συνεργείο.
Φαντάστηκα τον Σπυρίδωνα Ξενάκη να μου θυμίζει για τα επόμενα δέκα χρόνια πως μου έκανε και την ανακαίνιση. Και απάντησα όχι. Θα το έκανα μόνη μου.
Βρήκα συνεργείο από αγγελία. Για τρεις εβδομάδες, κάθε απόγευμα μετά τη δουλειά, περνούσα από το διαμέρισμα για να ελέγξω την πρόοδο. Τα υλικά τα παρήγγειλα διαδικτυακά· σύγκρινα τιμές, περίμενα εκπτώσεις, κρατούσα σημειώσεις.
Σύνολο: περίπου 7.800 €. Από τη δική μου κάρτα. Τραπεζικές μεταφορές, αποδείξεις, δελτία αποστολής — όλα είχαν μείνει φυλαγμένα στο αρχείο μου.
