Κάθε πρωί ο Βασίλειος έμπαινε στην κρεβατοκάμαρα κρατώντας μια μπλε πλαστική λεκάνη με χλιαρό νερό. Έστρωνε κάτω από το κεφάλι μου μια μεγάλη πετσέτα, χοντρή και μαλακή, για να μη βραχεί το μαξιλάρι, κι ύστερα, αδέξια, μου καθάριζε το πρόσωπο, τον λαιμό και τα χέρια με ένα σκληρό σφουγγάρι.
Δεν ήξερε πώς να το κάνει σωστά. Καμιά φορά πίεζε παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Κι όμως, είχε τέτοια σοβαρότητα στην προσπάθειά του, λες και είχε αναλάβει κάποια περίπλοκη τεχνική εργασία, από εκείνες όπου ένα λάθος μπορεί να τινάξει τα πάντα στον αέρα.
Μετά έπαιρνε τη βούρτσα μασάζ μου και προσπαθούσε να ξεμπλέξει τα μαλλιά που είχαν γίνει κόμποι μέσα στη νύχτα.
Πότε πότε τραβούσε δυνατά.
Σούφρωνα το πρόσωπο, έβγαζα έναν πνιχτό συριγμό από τον πόνο, μα δεν του έλεγα τίποτα.
Τα βράδια μού έτριβε τη μέση και το γερό μου πόδι με μια θερμαντική αλοιφή από το φαρμακείο. Η μυρωδιά της απλωνόταν σε όλο το δωμάτιο, κοφτερή, γεμάτη μενθόλη και κάτι χημικό που έτσουζε σχεδόν στη μύτη.
Ο Βασίλειος ανάσαινε βαριά καθώς δούλευε με τις παλάμες του τους πιασμένους μυς μου. Μερικές φορές άκουγα τα δάχτυλα και τις αρθρώσεις του να τρίζουν χαμηλά.
Όσο με έκανε μασάζ, μου διηγούνταν με ήρεμη, σχεδόν μονότονη φωνή όσα είχε προλάβει μέσα στη μέρα: είχε πάει για ψώνια, είχε τηλεφωνήσει στη δουλειά, είχε βάλει πλυντήριο, είχε παλέψει με κάποια κατσαρόλα, είχε τρίψει την μπανιέρα ή είχε τσακωθεί με τη διαχείριση της πολυκατοικίας.
Εγώ έμενα ξαπλωμένη, κοιτούσα το λευκό ταβάνι και περίμενα να φανεί η παγίδα.
Μου ήταν αδύνατον να πιστέψω πως όλη αυτή η ήσυχη φροντίδα δεν έκρυβε κάτι από πίσω.
Η ίδια μου η αδυναμία με εξαγρίωνε τόσο, που όλο και πιο συχνά ξεσπούσα πάνω στον Βασίλειο.
— Το παράκανες με το αλάτι στη σούπα, του πέταξα μια μέρα, σπρώχνοντας το μπολ μακριά.
Μέσα στον αραιό ζωμό επέπλεε φιδές που είχε λιώσει από το βράσιμο, ενώ το καρότο έμοιαζε ξεθωριασμένο, άνοστο, σαν να μην είχε καμία σχέση με φαγητό.
— Και το καρότο δεν το σοτάρισες καν. Το δοκίμασες αυτό πριν μου το φέρεις;
— Την επόμενη φορά θα το σοτάρω, αποκρίθηκε ο Βασίλειος χωρίς ίχνος ενόχλησης.
Πήρε ήρεμα το πιάτο και σκούπισε με μια χαρτοπετσέτα τη σταγόνα ζωμού που είχε πέσει στο μικρό τραπεζάκι.
Ούτε μομφή.
Ούτε βαριά ανάσα αγανάκτησης.
Ούτε μια λέξη ειπωμένη πιο δυνατά.
Γύρισα το πρόσωπο προς τον τοίχο και έσφιξα με όλη μου τη δύναμη την άκρη του σεντονιού.
Ήθελα να χάσει επιτέλους τον έλεγχο.
Να μου βάλει τις φωνές.
Να πετάξει τα πιάτα στον νεροχύτη.
Να κοπανήσει την πόρτα.
Να φύγει για κάπου, έστω για λίγες ώρες.
Αυτό θα μπορούσα να το καταλάβω.
Αυτό θα επιβεβαίωνε όλα όσα φοβόμουν.
Αντίθετα, η καθημερινή του γαλήνη —η σκόνη που σκούπιζε προσεκτικά, οι πηχτοί χυλοί που μάθαινε να βράζει, τα εσώρουχά μου απλωμένα από τα χέρια του στο μπάνιο— με τρόμαζε πολύ περισσότερο.
Δεν έπαυα να σκέφτομαι πως εκπλήρωνε μια βαριά υποχρέωση.
Και πως κάποια μέρα θα μου παρουσίαζε τον λογαριασμό.
Πέρασε ένας μήνας.
Ένα σαββατιάτικο πρωινό, ένα οξύ, μεταλλικό κουδούνισμα έσκισε τη σιωπή του διαμερίσματος.
Ο Βασίλειος πήγε να ανοίξει.
Σχεδόν αμέσως από το χολ ακούστηκε η βαθιά, αναγνωρίσιμη φωνή του Ιωάννη, παλιού του φίλου και συμφοιτητή.
Ένα μπουφάν θρόισε καθώς το έβγαζε.
Βαριές χειμωνιάτικες μπότες χτύπησαν μουντά στο πάτωμα.
— Ουφ, τι παγωνιά έχει σήμερα! είπε δυνατά ο Ιωάννης, ξεφυσώντας. Πάρε, κράτα. Έφερα κονιάκ, πήρα και σαλάμι, και τυρί. Εκείνη πώς είναι;
— Ξαπλωμένη, απάντησε κοφτά ο Βασίλειος.
Πέρασαν στην κουζίνα.
Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας έμεινε μισάνοιχτη, δυο δάχτυλα μόνο.
Από εκείνη τη χαραμάδα άρχισε σε λίγο να τρυπώνει η μυρωδιά του καπνιστού σαλαμιού και του τσιγάρου. Ο Ιωάννης, όπως φαινόταν, είχε ανοίξει λίγο το παράθυρο και αποφάσισε να καπνίσει μέσα στην κουζίνα, παρόλο που ήξερε πολύ καλά πόσο απεχθανόμουν το τσιγάρο στο σπίτι.
Μικρά ποτηράκια κουδούνισαν.
Το μεταλλικό πόδι ενός σκαμπό έξυσε άσχημα το λινόλεουμ.
Έμεινα ακίνητη, προσπαθώντας να μην αλλάξω ούτε τη θέση του κεφαλιού μου.
Το αντικατακλιτικό στρώμα κάτω από το σώμα μου βούιζε ρυθμικά. Ο συμπιεστής φούσκωνε και ξεφούσκωνε διαδοχικά τα τμήματά του.
— Λοιπόν, για λέγε, άκουσα τη φωνή του Ιωάννη.
Ύστερα ακολούθησε το γνώριμο γλουγλούκισμα του ποτού που χυνόταν από το μπουκάλι.
— Σε βλέπω χάλια, Βασίλειε. Κοίτα λίγο τον εαυτό σου. Μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια. Το παντελόνι κρέμεται πάνω σου, τη ζώνη την έχεις σφίξει όσο δεν πάει άλλο.
Το ποτηράκι ακούμπησε βαριά στο τραπέζι.
Μάλλον ήπιαν.
— Μια χαρά είμαι, είπε σιγανά ο Βασίλειος.
Κάποια σακούλα θρόισε.
Έπειτα το μαχαίρι χτύπησε μερικές φορές πάνω στο ξύλο κοπής.
— Χθες η Ζωή κατάφερε να καθίσει μόνη της στο κρεβάτι. Χωρίς βοήθεια. Έγινε μούσκεμα από την προσπάθεια, αλλά κάθισε.
— Ε, αφού κάθισε, πάει να πει πως κάτι προχωράει, είπε ο Ιωάννης, μασώντας δυνατά το σαλάμι. Μόνο που εσύ έχεις κοιταχτεί καθόλου; Δεν κοιμάσαι σχεδόν καθόλου. Κοντεύεις τα εξήντα, η πίεσή σου ανεβοκατεβαίνει.
