“Μια γυναίκα δεν επιτρέπεται να μείνει για πολύ άρρωστη, ανήμπορη, εξαρτημένη” εξομολογείται η αφηγήτρια φοβούμενη πως η αρρώστια θα την αποξενώσει από τον σύζυγό της

Άδικο και ντροπιαστικό να γίνεσαι βάρος.
Ιστορίες

Έπειτα θα ακολουθούσε περιπατητήρας, μετά πατερίτσες. Κι όλα αυτά μόνο αν η ανάρρωση κυλούσε χωρίς επιπλοκές.

Τον κοίταζα, όμως τα λόγια του άργησαν να βρουν νόημα μέσα μου.

Ένας μήνας;

Ακίνητη στο κρεβάτι;

Για μένα, που μια ζωή έτρεχα από δουλειά σε δουλειά, μαγείρευα, διόρθωνα εργασίες φοιτητών, καθάριζα, πήγαινα για ψώνια και θεωρούσα σχεδόν ντροπή το να παραδεχτείς αδυναμία, αυτή η φράση έπεσε πάνω μου σαν καταδίκη.

Στο σπίτι επέστρεψα μόνο ύστερα από δύο εβδομάδες.

Και, λες και το έκανε επίτηδες η μοίρα, το ασανσέρ στην πολυκατοικία μας είχε πάλι χαλάσει.

Ο Βασίλειος είχε φροντίσει από πριν να μιλήσει με μερικούς άντρες, για να βοηθήσουν να με ανεβάσουν στον τέταρτο όροφο.

Με μετέφεραν προσεκτικά στην κρεβατοκάμαρα και με ακούμπησαν στο φαρδύ μας κρεβάτι.

Ο Βασίλειος είχε ήδη ετοιμάσει ό,τι μπορούσε να χρειαστεί.

Πάνω από το κανονικό στρώμα είχε στρώσει ένα ειδικό, κατά των κατακλίσεων, που δούλευε με έναν χαμηλό, μονότονο βόμβο.

Ήμουν ξαπλωμένη ανάσκελα.

Να γυρίσω μόνη μου στο πλάι ήταν αδύνατον.

Με την παραμικρή κίνηση, βαθιά μέσα στο πόδι άρχιζε ένας βαρύς, παλλόμενος πόνος, σαν το μέταλλο που κρατούσε το κόκαλο στη θέση του να μου θύμιζε την παρουσία του σε κάθε ανάσα.

Το στόμα μου στέγνωνε συνέχεια.

Στον λαιμό μου είχε σταθεί ένας δυσάρεστος κόμπος.

Έμενα ακίνητη και άκουγα τους ήχους του σπιτιού.

Στην κουζίνα ο Βασίλειος άνοιγε ντουλάπια.

Χτυπούσε κατσαρόλες.

Άφηνε το νερό να τρέχει.

Μετακινούσε πράγματα από δω κι από κει.

Κάπου κάπου αναστέναζε βαριά.

Κι εγώ κάθε του αναστεναγμό τον ερμήνευα με τον χειρότερο τρόπο.

Μου φαινόταν πως είχε κιόλας εκνευριστεί.

Πως είχε κουραστεί.

Πως μετάνιωνε που όλο αυτό είχε πέσει στους ώμους του.

Ήταν πενήντα οκτώ χρονών.

Είχε υπεύθυνη δουλειά.

Σχέδια.

Συσκέψεις.

Προθεσμίες παράδοσης.

Μια τακτοποιημένη καθημερινότητα ανθρώπου που φεύγει το πρωί από το σπίτι και ξέρει ότι το βράδυ θα τον περιμένει μια γυναίκα αυτάρκης, όρθια στα πόδια της.

Τώρα, όμως, στην κρεβατοκάμαρα βρισκόμουν εγώ.

Απεριποίητη.

Ιδρωμένη.

Με μαλλιά που δεν γινόταν να λουστούν κανονικά.

Τόσο ανήμπορη, που μερικές φορές δεν μπορούσα καν να απλώσω το χέρι ως το ποτήρι με το νερό πάνω στο κομοδίνο.

Αυτό με τρόμαζε περισσότερο κι από το ίδιο το κάταγμα.

Η μυρωδιά από φάρμακα, καμφορά και νοσοκομειακές αλοιφές είχε εγκατασταθεί πια στο υπνοδωμάτιό μας, κι εγώ περίμενα σχεδόν σωματικά τη στιγμή που ο Βασίλειος θα άρχιζε να αποφεύγει αυτό το δωμάτιο.

Ήμουν βέβαιη: θα περνούσε μία εβδομάδα, το πολύ δύο, και θα έβρισκε σίγουρα κάποια δικαιολογία για να καθυστερεί έξω.

Στη δουλειά.

Σε γνωστούς.

Στο γκαράζ.

Οπουδήποτε.

Αρκεί να μη γυρίζει εκεί όπου, αντί για την παλιά του γυναίκα, τον περίμενε μια γυναίκα δεμένη στο κρεβάτι.

Το πρώτο πρωινό στο σπίτι ξύπνησα από το απότομο κλικ του ηλεκτρικού βραστήρα. Έξω δεν είχε ακόμη χαράξει καλά· ο χειμωνιάτικος ουρανός κρεμόταν χαμηλά, γκρίζος και θολός. Στον διάδρομο έτριξαν βαριά οι παλιές σανίδες. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα η πόρτα της κρεβατοκάμαρας άνοιξε μισά και μπήκε ο Βασίλειος.

Στα χέρια κρατούσε έναν παλιό πλαστικό δίσκο, με ένα σχέδιο από φράουλες σχεδόν σβησμένο από τον καιρό.

Πάνω του ήταν η αγαπημένη μου γαλάζια, φουσκωτή κούπα με στιγμιαίο καφέ. Δίπλα, σε ένα μικρό πιάτο, υπήρχε μια στραβά κομμένη φέτα ψωμί και από πάνω ένα χοντρό κομμάτι τυρί.

Ο Βασίλειος ακούμπησε προσεκτικά τον δίσκο στο κομοδίνο, αφού πρώτα έσπρωξε στην άκρη τα κουτιά με τα παυσίπονα. Έπειτα τράβηξε προς τα πάνω τη φόρμα του που γλιστρούσε και κάθισε βαριά στην άκρη του κρεβατιού. Το στρώμα βούλιαξε αισθητά κάτω από το βάρος του.

— Πώς είσαι; — με ρώτησε, κοιτάζοντάς με προσεκτικά. — Έλα, Ζωή, σιγά σιγά να ανασηκωθείς. Ώρα για πρωινό.

— Εσύ πρέπει να ετοιμαστείς για τη δουλειά, — είπα βραχνά και γύρισα το πρόσωπο προς τον τοίχο, για να μη δει τα κόκκινα, πρησμένα μάτια μου μετά την άυπνη νύχτα. — Άφησέ τα εδώ. Θα φάω μόνη μου αργότερα. Πήγαινε.

— Πήρα άδεια, — απάντησε ήρεμα και άπλωσε το χέρι να ισιώσει την παπλωματοθήκη που είχε μαζευτεί.

Τα δάχτυλα του άντρα μου ήταν σκληρά, τραχιά, και σε κάποια σημεία το δέρμα του κρατούσε για πάντα λεκέδες από μπλε στυλό.

— Άνευ αποδοχών. Ο προϊστάμενος στην αρχή φώναξε, βέβαια, αλλά μετά με άφησε. Οπότε δεν βιάζομαι πουθενά. Έχω χρόνο.

Σκέφτηκα πως απλώς προσπαθούσε να φανεί δυνατός.

Ήμουν σίγουρη ότι θα άντεχε δυο-τρεις μέρες και ύστερα θα λύγιζε.

Όμως οι μέρες άρχισαν να κυλούν η μία πίσω από την άλλη — μακριές, αργές, κολλώδεις, σαν χειμωνιάτικο λυκόφως.

Ψίθυροι Ζωής