Κάθε βράδυ ρύθμιζα το ξυπνητήρι στις έξι και σαράντα πέντε. Μόλις άρχιζε να χτυπά χαμηλόφωνα, το έκλεινα αμέσως, για να μη σηκώσω από τον ύπνο τον άντρα μου, και γλιστρούσα προσεκτικά έξω από τα σκεπάσματα. Ως το μπάνιο πήγαινα σχεδόν στις μύτες των ποδιών, αποφεύγοντας με ακρίβεια εκείνες τις σανίδες του πατώματος που έτριζαν πιο δυνατά.
Έριχνα στο πρόσωπό μου δυο τρεις χούφτες παγωμένο νερό, άπλωνα λίγο φτηνό μέικ απ, αγορασμένο σε προσφορά, ίσα για να καλύψω τους μπλε κύκλους κάτω από τα μάτια, περνούσα βιαστικά τη χτένα στα μαλλιά μου και ύστερα μπορούσα να υποκριθώ πως είχα κοιμηθεί θαυμάσια και πως ήμουν γεμάτη ενέργεια.
Το παλιό μου ρομπάκι, με τα μικροσκοπικά λουλουδάκια, το έβγαζα, το δίπλωνα τακτικά και το έκρυβα βαθιά, στο χαμηλότερο ράφι της ντουλάπας. Στο πρωινό εμφανιζόμουν ήδη με καθαρό παντελόνι για το σπίτι και φρεσκοσιδερωμένη μπλούζα.
Η μητέρα μου, από τότε που ήμουν κοπέλα, μου είχε φυτέψει στο μυαλό μια απλή βεβαιότητα: ο άντρας δεν πρέπει να αντικρίζει τη γυναίκα του ατημέλητη, νυσταγμένη και ανακατωμένη.
Ίσως γι’ αυτό, για περισσότερα από τριάντα χρόνια, κάθε πρωί ίσιωνα την πλάτη, μιλούσα με ζωηρή φωνή και δεν παραπονιόμουν ποτέ, εκτός αν υπήρχε πραγματικά σοβαρός λόγος.

Υπάρχουν όμως στιγμές όπου καμία συνήθεια δεν σε προστατεύει.
Όταν το ίδιο σου το σώμα παύει να σε υπακούει, δεν αρκεί ένα περιποιημένο χτένισμα για να σώσεις την εικόνα σου.
Είχα κλείσει τα πενήντα έξι και για ένα πράγμα ήμουν απολύτως σίγουρη: μια γυναίκα δεν επιτρέπεται να μείνει για πολύ άρρωστη, ανήμπορη, εξαρτημένη. Μόλις καθηλωθεί στο κρεβάτι, ο άντρας, λίγο λίγο, απομακρύνεται.
Μπορεί να μη φύγει αμέσως. Μπορεί ούτε λέξη να μην πει για χωρισμό.
Απλώς θα βρίσκει ολοένα και συχνότερα αφορμές για να αργεί να γυρίσει.
Πότε το συνεργείο.
Πότε οι φίλοι.
Πότε μια επείγουσα δουλειά.
Πότε το εξοχικό.
Και ποιος θέλει, κάθε μέρα, να επιστρέφει σε ένα σπίτι όπου τον περιμένει μια γυναίκα ανήμπορη, που χρειάζεται φροντίδα;
Ποιος αντέχει ένα βάρος;
Με τον Βασίλειο είχαμε ζήσει μαζί τριάντα τρία χρόνια.
Δεν θα έλεγα πως ο γάμος μας υπήρξε κάτι ξεχωριστό ή συναρπαστικό. Ήταν μάλλον ήρεμος, γνώριμος, μετρημένος.
Είχαμε ένα διαμέρισμα τριών δωματίων σε μια συνηθισμένη συνοικία, μια μεγάλη πια κόρη, τη Δήμητρα, που είχε φύγει από καιρό από το πατρικό και νοίκιαζε δικό της σπίτι, και ένα μικρό εξοχικό λίγο έξω από την πόλη.
Ο Βασίλειος εργαζόταν ως μηχανικός σχεδιαστής.
Εγώ δίδασκα λογοτεχνία για πολλά χρόνια σε σχολή.
Με τον καιρό είχαμε συνηθίσει τόσο ο ένας τον άλλον, ώστε μοιάζαμε με κομμάτια ενός παλιού μηχανισμού που λειτουργεί αδιάκοπα: το καθένα ξέρει τη θέση του, κινείται στον ρυθμό που έχει μάθει, και όλα συνεχίζουν να δουλεύουν ακριβώς επειδή έχουν ταιριάξει από χρόνια.
Τα πάθη της νιότης είχαν μείνει κάπου πολύ πίσω.
Στη θέση των έντονων καβγάδων και των μεγάλων συμφιλιώσεων είχαν μπει οι σαββατιάτικες βόλτες στα μαγαζιά.
Τα βράδια ο Βασίλειος, καθισμένος μπροστά στην τηλεόραση, γκρίνιαζε υποχρεωτικά για τους παρουσιαστές των ειδήσεων.
Κι εγώ, τις Κυριακές, έφτιαχνα τηγανίτες με τυρί, με τη δική μου συνταγή.
Ήξερα απέξω πόσες κουταλιές ζάχαρη έβαζε στο τσάι του.
Κι εκείνος θυμόταν πως δεν άντεχα ούτε τη μυρωδιά του κόλιανδρου.
Πιθανότατα θα συνέχιζα να θεωρώ τη ζωή μας σταθερή, προβλέψιμη και σχεδόν ακλόνητη, αν όλα δεν είχαν ανατραπεί ένα υγρό, μουντό πρωινό Τρίτης του Νοεμβρίου.
Τη νύχτα είχε πιάσει παγωνιά, κι από πάνω είχε πέσει το πρώτο λεπτό στρώμα χιονιού. Η άσφαλτος σκεπάστηκε με μια σχεδόν αόρατη κρούστα πάγου, ενώ οι υπηρεσίες του δήμου δεν είχαν προλάβει να ρίξουν άμμο στα πεζοδρόμια.
Γυρνούσα από τη δουλειά φορώντας τις καινούργιες μπότες μου, εκείνες που στο κατάστημα τις παρουσίαζαν ως αξιόπιστες χειμωνιάτικες και επαινούσαν ιδιαίτερα την ανάγλυφη σόλα τους.
Η σόλα αυτή δεν με προστάτεψε.
Το πόδι μου γλίστρησε ξαφνικά μπροστά.
Δεν πρόλαβα ούτε τα χέρια μου να απλώσω.
Ακούστηκε ένας πνιχτός, φριχτός κρότος.
Αμέσως μετά, ένας κοφτερός πόνος διαπέρασε τον μηρό μου τόσο άγρια, που όλα μπροστά στα μάτια μου άστραψαν κατάλευκα.
Την επόμενη στιγμή βρισκόμουν πεσμένη μέσα σε ένα βρόμικο μείγμα από χιόνι, νερό και άμμο.
Οι άνθρωποι περνούσαν δίπλα μου.
Εγώ έβλεπα μόνο παπούτσια.
Σκούρες μπότες.
Γκρίζα μποτάκια.
Βήματα βιαστικά, ξένα.
Κάποιος, τελικά, σταμάτησε και κάλεσε ασθενοφόρο.
Η αναμονή κράτησε πολύ.
Μέσα στο όχημα μύριζε παλιό λάστιχο, φάρμακα, οινόπνευμα και βενζίνη. Κάθε λακκούβα του δρόμου ξυπνούσε στο πόδι μου ένα καινούργιο κύμα πόνου.
Ύστερα ήρθαν οι εκτυφλωτικές λάμπες των επειγόντων.
Άγνωστες φωνές.
Ένα φορείο.
Ο οξύς ήχος μεταλλικών εργαλείων.
Η ακτινογραφία.
Ο χειρουργός έμεινε ώρα να κοιτάζει την εικόνα που ήταν στερεωμένη μπροστά στο φωτεινό πάνελ.
Στο τέλος είπε στεγνά:
— Συντριπτικό κάταγμα στον αυχένα του μηριαίου, με μετατόπιση. Τουλάχιστον ένας μήνας αυστηρής κατάκλισης.
