— Άκρη, — είπε η μητέρα του κοφτά. — Θέλω να κοιτάξω στα μάτια αυτήν… αυτήν εκεί.
— Πιο μέσα από τον διάδρομο δεν πας.
— Έβαλες τον λαιμό σου στη θηλιά! — ξέσπασε αμέσως, πριν καλά καλά πατήσει μέσα. — Δάνειο! Για είκοσι χρόνια! Με γυναίκα έγκυο! Καταλαβαίνεις τι έκανες;
— Καταλαβαίνω. Αγόρασα δωμάτιο για το παιδί μου. Ακριβό, ναι. Αλλά έχει παράθυρο.
— Ανόητε! Σε τύλιξαν κανονικά αυτοί οι άνθρωποι! Η πεθερά σου κι εκείνος ο δικός της σας έδωσαν τριάντα χιλιάδες ευρώ για να σας κρατάνε δεμένους!
— Όχι, μαμά. Τα τριάντα χιλιάδες ευρώ δεν είναι δέσιμο. Δέσιμο είναι να σου λένε «ελάτε να μείνετε μαζί μας» και μετά, για είκοσι χρόνια, να σου θυμίζουν ποιος κάνει κουμάντο στο σπίτι.
Η Κωνσταντίνα Ξενάκη, από μέσα, δεν είπε λέξη. Δίπλωνε πουλόβερ, έκλεινε τις σακούλες με ταινία, έγραφε απ’ έξω «σεντόνια». Άκουγε τα πάντα, μέχρι την τελευταία συλλαβή, όμως δεν ανακατευόταν. Όχι επειδή φοβόταν. Επειδή ο Ανδρέας τα έβγαζε πέρα μόνος του.
— Κι αυτή; — η Θάλεια Δημόπουλος έδειξε με το χέρι προς το δωμάτιο. — Κάθεται και σωπαίνει! Πονηρή! Σου φορτώθηκε και κάνει την αθώα!
— Μαζεύει πράγματα. Για το δικό μας σπίτι. Παράξενος τρόπος να κάθεται στον σβέρκο μου, δεν νομίζεις; Με σακούλες στα χέρια.
— Εγώ είμαι η μάνα σου!
— Είσαι. Γι’ αυτό ακριβώς θα σου το πω μία φορά και τέλος: ζήτησες να μη γεννηθεί το παιδί μου. Αυτό δεν ήταν συμβουλή, δεν ήταν ενδιαφέρον, δεν ήταν «το λέω για το καλό σας». Ήταν καταδίκη. Και την υπέγραψες μόνη σου. Εγγόνι από εμάς δεν θα έχεις. Ούτε εγγονό ούτε εγγονή. Εσύ το διάλεξες.
Η γυναίκα πήγε να μιλήσει, μα ο Ανδρέας σήκωσε το χέρι και την έκοψε.
— Και κάτι ακόμη. Το βαφτίζεις έγνοια για τα οικονομικά. Δεν είναι. Είναι τσιγκουνιά, μαμά. Απλή, καθαρή τσιγκουνιά. Τρέμεις μήπως χρειαστεί να δώσεις κάτι — χρόνο, κόπο, ευρώ. Οπότε σου φαίνεται πιο φτηνό να μη γεννηθεί κανείς.
Η Θάλεια έκανε πίσω σαν να τη χτύπησε κάποιος στο στήθος.
— Μα εσύ… εσείς… — πάλευε να βρει λόγια και δεν της έβγαιναν. — Η Ζωή Καραγιάννη, να! Εκείνη έχει μυαλό! Αρνήθηκε! Πρώτα θα ξεχρεώσουν το δάνειο κι ύστερα θα το σκεφτούν!
— Ναι. Στα εξήντα τους. Πολύ φρέσκια ιδέα.
Γύρισε απότομα και κατέβηκε τις σκάλες βαριά, θεατρικά, προσβεβλημένη μέχρι το μεδούλι. Μιλούσε μόνη της δυνατά, μετρώντας τους ενόχους έναν έναν: την πεθερά και τον άντρα της, που χώθηκαν με τα λεφτά τους· τον γιο της, που έχασε τα λογικά του· τη νύφη της, που τώρα θα κάτσει στον καναπέ και δεν θα σηκωθεί ποτέ. Η φωνή της ακουγόταν ακόμη κι από τον τρίτο όροφο.
Την ίδια ακριβώς στιγμή, όμως, στη ζωή της αγαπημένης της, λογικής και «σωστής» κόρης κατέρρεαν όλα. Ο Ηρακλής Δημητριάδης άφησε μια τσάντα δίπλα στην πόρτα και είπε χωρίς περιστροφές:
— Ζωή, θέλω διαζύγιο. Δεν έχει νόημα άλλο. Δέκα χρόνια περιμένουμε να μας δοθεί άδεια να ζήσουμε. Εγώ δεν θέλω να περιμένω πια.
Ο Ανδρέας έκλεισε την πόρτα και γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά. Έμεινε για λίγο ακουμπισμένος πάνω της, με την πλάτη, και άφησε έναν αργό αναστεναγμό. Η Κωνσταντίνα πλησίασε και τον αγκάλιασε τόσο σφιχτά, που εκείνος έβγαλε ένα πνιχτό επιφώνημα.
— Είσαι ιππότης, — του ψιθύρισε. — Μόνο που δεν έχεις άλογο και φοράς μπλούζα σπιτιού.
— Ιππότης με στεγαστικό. Καινούργιο είδος.
— Θα γίνεις ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου. Το ξέρω. Εγώ διορθώνω κείμενα, έχω μάτι για την ακρίβεια.
Εκείνος χαμογέλασε στραβά, ακούμπησε την παλάμη του στην κοιλιά της, που ακόμη σχεδόν δεν φαινόταν, και την κράτησε εκεί. Μεγάλη, ζεστή, λίγο τρεμάμενη.
— Άκου εδώ, μικρέ, — είπε προς τα κάτω. — Θα έχεις δωμάτιο με παράθυρο στον νότο. Και συγγενείς θα έχεις. Αυτούς που αγαπούν, όχι αυτούς που λογαριάζουν.
— Κι αν δεν είναι μικρός, αλλά μικρή;
— Τότε ακόμη περισσότερο. Τότε δεν θα αφήσω κανέναν άνθρωπο να της εξηγήσει πότε έχει δικαίωμα να ζήσει.
Η Κωνσταντίνα έκρυψε το πρόσωπό της στο στήθος του και τότε, επιτέλους, έκλαψε. Ήρεμα, χωρίς λυγμούς, όπως κλαίει κανείς όταν το πιο τρομακτικό έχει ήδη περάσει.
— Θα τα καταφέρουμε;
— Τα καταφέρνουμε ήδη, — απάντησε ο Ανδρέας. — Απλώς δεν έχουμε γράψει ακόμη όλες τις σακούλες.
