— Μετά το διαζύγιο, η μητέρα μου θα έρθει να μείνει εδώ, είπε ο Γιώργος. — Θα αδειάσεις εντελώς το μικρό δωμάτιο. Αν χρειάζεσαι κάποια έπιπλα, τα παίρνεις μαζί σου.
Τον κοίταξα για λίγα δευτερόλεπτα, προσπαθώντας να καταλάβω πότε ακριβώς η συζήτηση για τον χωρισμό μας είχε μετατραπεί σε σχέδιο έξωσής μου από το ίδιο μου το σπίτι.
— Πού ακριβώς υποτίθεται ότι θα τα πάω τα έπιπλα;
Ο Γιώργος άφησε το κινητό στην άκρη και μου απάντησε φανερά εκνευρισμένος:
— Ελπίδα, πάλι τα ίδια θα λέμε; Εγώ θα μείνω εδώ και η μητέρα μου θα μετακομίσει σε μένα. Εσύ θα βρεις ένα μικρότερο διαμέρισμα. Μόνη σου είσαι, τι να τα κάνεις δύο δωμάτια;

Καθόμασταν στην κουζίνα του διαμερίσματος που είχα αγοράσει εγώ το 2015. Παντρευτήκαμε το 2019 και, μετά τον γάμο, ο Γιώργος εγκαταστάθηκε στο σπίτι μου.
Όλα αυτά τα χρόνια το αποκαλούσα «το σπίτι μας». Ούτε μία φορά δεν σκέφτηκα να του υπενθυμίσω πως ο ιδιοκτήτης ήταν μόνο ένας.
Εκείνος, απ’ ό,τι φαινόταν, είχε βγάλει από αυτό ένα τελείως διαφορετικό συμπέρασμα.
— Και γιατί πρέπει να μείνεις εσύ; τον ρώτησα.
Μου μίλησε με ύφος ανθρώπου που εξηγεί κάτι αυτονόητο:
— Επειδή ζω εδώ επτά χρόνια. Η δουλειά μου είναι κοντά, το γυμναστήριο επίσης, ξέρω τα μαγαζιά της γειτονιάς. Εσύ δουλεύεις από το σπίτι. Τι σημασία έχει για σένα πού θα μένεις; Και η μαμά είπε πως έτσι είναι πιο λογικό.
— Το έχεις ήδη συζητήσει μαζί της;
— Φυσικά. Μετά το διαζύγιο θα έρθει εδώ.
Η κουβέντα για τον χωρισμό μας δεν είχε καν ολοκληρωθεί, κι όμως εκείνοι είχαν ήδη αποφασίσει πού θα πάω εγώ, πού θα παραμείνει ο Γιώργος και ποιο δωμάτιο θα πάρει η Παρασκευή.
Την επόμενη μέρα η πεθερά μου εμφανίστηκε αυτοπροσώπως.
Δούλευα στο μικρό δωμάτιο, όταν άκουσα τη φωνή της από τον διάδρομο:
— Γιώργο, φέρε τη μεζούρα. Αν η Ελπίδα πάρει το γραφείο, η συρταριέρα χωράει σίγουρα εδώ.
Βγήκα αμέσως.
Η Παρασκευή στεκόταν κοντά στον τοίχο και μετρούσε τον ελεύθερο χώρο. Ο Γιώργος, με το κινητό στο χέρι, σημείωνε τα νούμερα.
— Τι κάνετε εδώ; ρώτησα.
Η πεθερά μου γύρισε προς το μέρος μου απολύτως ήρεμη.
— Βλέπουμε ποια από τα δικά μου έπιπλα μπορούν να μπουν. Είναι κρίμα να αφήσω τη συρταριέρα. Τα ράφια θα τα πάρεις εσύ, τα χρειάζεσαι για τη δουλειά σου.
— Και πού θα τα πάρω;
Σούφρωσε τα φρύδια της.
— Στο καινούργιο σου διαμέρισμα. Ο Γιώργος είπε ότι τα έχετε συμφωνήσει.
— Ο Γιώργος τα αποφάσισε μόνος του.
Ο άντρας μου πετάχτηκε αμέσως:
— Ελπίδα, χθες τα συζητήσαμε όλα.
— Χθες μου ανακοίνωσες ένα έτοιμο σχέδιο.
Η Παρασκευή έκλεισε τη μεζούρα και είπε με δήθεν συμφιλιωτικό ύφος:
— Γιατί να μαλώνετε για τις λέξεις; Αφού έτσι κι αλλιώς θα χωρίσετε τα σπίτια σας. Ο Γιώργος έχει συνηθίσει να ζει εδώ. Για σένα είναι πιο εύκολο να βρεις κάτι άλλο.
Κοίταξα τη μεζούρα στο χέρι της.
— Κι εσείς γιατί πρέπει να μετακομίσετε στον Γιώργο;
Η ερώτηση φάνηκε να την ξαφνιάζει στ’ αλήθεια.
— Θέλω να αξιοποιήσω το δικό μου διαμέρισμα. Γιατί να μένει άδειο; Εγώ θα είμαι εδώ με τον γιο μου, κι εκεί θα μένουν άλλοι. Όλοι βολεύονται.
Τότε πια το σχέδιό τους ξεκαθάρισε εντελώς.
Ο Γιώργος κρατούσε τη γειτονιά που είχε συνηθίσει και το διαμέρισμα. Η Παρασκευή μετακόμιζε στον γιο της και, όπως φαινόταν, έβγαινε κι εκείνη κερδισμένη από αυτή τη ρύθμιση.
