“Η συνείδηση, πάντως, είναι δική μας” απάντησε η Κωνσταντίνα ατάραχη μπροστά στην περιφρόνηση της Θάλειας

Η περιφρόνησή τους είναι αβάσταχτα άδικη.
Ιστορίες

Ήταν πιο μπερδεμένος κι από πιλοτήριο αεροπλάνου. Ο Ανδρέας πια περισσότερο έγραφε προγράμματα παρά στεκόταν δίπλα στο μέταλλο, και η αμοιβή γι’ αυτό ήταν αξιοπρεπής. Η Κωνσταντίνα, από την άλλη, έσκυβε πάνω από τεχνικά κείμενα· εκεί δεν χωρούσαν ωραιοποιήσεις και λογοτεχνικές εξυπνάδες, γιατί μια ασαφής λέξη μπορούσε αργότερα να κάνει κάποιον να συναρμολογήσει λάθος ένα εξάρτημα.

Ο μισθός της δεν ήταν μεγάλος, είχε όμως μια ήρεμη σταθερότητα, σαν χτύπος μετρονόμου. Κι έτσι, πράγματι, άρχισαν να βγαίνουν λίγο πάνω από το μηδέν. Αργά, με μικρά βήματα, ροκανίζοντας από τις άκρες το βάρος του ενοικίου.

Ώσπου ένα απόγευμα η Κωνσταντίνα μπήκε στο σπίτι και έμεινε ακίνητη στο χολ, με βλέμμα χαμένο.

— Πάλι σε παίδεψε κανένα δύσκολο κείμενο; τη ρώτησε ο Ανδρέας.

— Όχι. Είμαι έγκυος.

Εκείνος πάγωσε. Ένα δευτερόλεπτο. Δύο. Τρία. Ύστερα την τράβηξε στην αγκαλιά του, τη φίλησε στον κρόταφο, ψέλλισε κάτι χαρούμενο και μπερδεμένο μαζί. Όταν όμως η Κωνσταντίνα πήγε στο μπάνιο να ρίξει νερό στο πρόσωπό της, εκείνος κάθισε και άφησε το κεφάλι του να γείρει μπροστά.

Αντίο, Παρίσι. Αντίο και Αίγυπτος, που την κουβέντιαζαν έξι μήνες. Υπήρχε πια ένα μικρό πλεόνασμα, ναι, αλλά ήταν λεπτό σαν ξυράφι. Το ενοίκιο κατάπινε πολλά, ένα παιδί θα ζητούσε ακόμη περισσότερα, και η νεότητα, σκέφτηκε, είχε τελειώσει εκείνη την ημέρα, γύρω στις επτά το απόγευμα.

Η Κωνσταντίνα τον είδε από τη χαραμάδα της πόρτας και τα κατάλαβε όλα χωρίς να χρειαστεί ούτε μία λέξη.

Στους γονείς της τηλεφώνησε την επόμενη μέρα. Μέσα σε μία ώρα είχαν κιόλας καθίσει στο δωμάτιό τους. Η Γεωργία Παπαδημητρίου αναστέναζε, συγκινημένη, και χάιδευε τα χέρια της κόρης της, ενώ ο Μιχαήλ Καραγιάννης, μόλις άκουσε τη λέξη «έγκυος», χαμογέλασε τόσο πλατιά που φαινόταν πως περίμενε αυτή τη στιγμή εδώ και πέντε χρόνια.

— Εγγόνια, είπε τρίβοντας τις παλάμες του. Μεταξύ μας, είχα αρχίσει να υποψιάζομαι πως αποφασίσατε να ζήσετε μόνο για τον εαυτό σας μέχρι να ασπρίσουν τα μαλλιά σας.

— Μπαμπά.

— Σώπασα. Χαίρομαι σιωπηλά.

— Και πώς θα τα βγάλετε πέρα; ρώτησε χαμηλόφωνα η Γεωργία Παπαδημητρίου. Κωνσταντίνα, μένετε στο ενοίκιο. Όλα θα πέσουν πάνω στον Ανδρέα. Είσαι νέα, θα κουραστείς πολύ.

— Μαμά, ήδη κουράζομαι. Απλώς τώρα η κούραση θα έχει νόημα.

Ο Ανδρέας μάζεψε το θάρρος να το πει στη μητέρα του δύο εβδομάδες αργότερα. Της τηλεφώνησε, της ανακοίνωσε τα νέα με όσο πιο ήρεμη φωνή μπορούσε, άκουσε πρώτα σιωπή στην άλλη άκρη και μετά ένα ξερό: «Θα σε ξαναπάρω». Δεν τον ξαναπήρε.

Το ίδιο βράδυ, όμως, στεκόταν μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματός τους. Ο Ανδρέας έλειπε.

— Είσαι στα καλά σου; φώναξε η πεθερά στην Κωνσταντίνα από το κατώφλι, χωρίς ούτε να χαιρετήσει ούτε να βγάλει τα παπούτσια της. Ούτε λεφτά έχετε ούτε κανονική δουλειά. Δεν θα υπάρξει καμία γέννα!

— Δουλειά υπάρχει, απάντησε η Κωνσταντίνα. Απλώς δεν κάνει θόρυβο, γι’ αυτό δεν τη σέβεστε.

— Ψίχουλα είναι αυτά που παίρνεις! Με αυτά θα αγοράζεις πάνες για μία εβδομάδα! Η Θάλεια Δημόπουλος μπήκε στο δωμάτιο, με τα χέρια της να τρέμουν. Δεν έχεις τίποτα στην άκρη, μόλις ξεκινήσατε να στέκεστε στα πόδια σας, και τώρα κοιλιά! Τι θα το κάνεις το παιδί; Με τι θα το ταΐζεις; Με όνειρα;

— Ξέρετε, οι άνθρωποι κάπως τα κατάφερναν εδώ και χιλιάδες χρόνια. Ακόμη και χωρίς τη δική σας έγκριση.

— Μη μου πετάς ειρωνείες! Η φωνή της ανέβηκε σε στριγκλιά. Θα πας να το τακτοποιήσεις. Με ακούς; Όσο είναι νωρίς, θα πας να κάνεις έκτρωση. Αργότερα θα με ευχαριστείς.

Η Κωνσταντίνα έκανε ένα βήμα πίσω. Όχι από φόβο, αλλά από καθαρή κατάπληξη που τέτοιες κουβέντες μπορούσαν να ειπωθούν δυνατά.

— Επαναλάβετε το, παρακαλώ. Θέλω να θυμάμαι ακριβώς τη διατύπωση, για να μη μου πείτε μετά ότι τα έβγαλα από το μυαλό μου.

— Θα το επαναλάβω! Έκτρωση! Ένα παιδί τώρα θα σας γίνει πέτρα στον λαιμό. Και σε μένα επίσης! Εγώ νταντά δεν πρόκειται να γίνω. Δεν μεγάλωσα γιο γι’ αυτό!

— Κανείς δεν σας κάλεσε. Ήρθατε μόνη σας, απρόσκλητη και χωρίς ίχνος λεπτότητας. Ούτε καν τα παπούτσια σας δεν βγάλατε.

— Θρασύτατη!

— Οικονομική. Εξοικονομώ χρόνο από τις υποκλίσεις.

Η πεθερά τράβηξε νευρικά το κασκόλ της, λες και την έπνιγε, και έφυγε χτυπώντας την εξώπορτα τόσο δυνατά, που έτριξε το τζάμι της μπαλκονόπορτας.

Όταν ο Ανδρέας γύρισε, βρήκε τη γυναίκα του καθισμένη στον καναπέ, με τα μάτια κατακόκκινα.

Ψίθυροι Ζωής