“Η συνείδηση, πάντως, είναι δική μας” απάντησε η Κωνσταντίνα ατάραχη μπροστά στην περιφρόνηση της Θάλειας

Η περιφρόνησή τους είναι αβάσταχτα άδικη.
Ιστορίες

Η Θάλεια Δημόπουλος πάτησε για πρώτη φορά το πόδι της στο νοικιασμένο τους μονόχωρο σαν να είχε έρθει για επιθεώρηση σε υπαλλήλους που είχαν τα κάνουν θάλασσα. Πέρασε το δάχτυλό της κατά μήκος ενός ραφιού, το εξέτασε προσεκτικά κι ύστερα κάρφωσε την Κωνσταντίνα Ξενάκη. Το χαμόγελό της στραβό, ξινό, σαν άγουρο δαμάσκηνο.

— Μάλιστα. Ζείτε, λοιπόν, είπε. — Ταπετσαρίες άλλων, καναπές άλλων, πιάτα άλλων. Μια χαρά βολευτήκατε.

— Η συνείδηση, πάντως, είναι δική μας, απάντησε η Κωνσταντίνα. — Περιλαμβανόταν στο βασικό πακέτο, χωρίς έξτρα χρέωση.

Από τον διάδρομο ακούστηκε το γέλιο του Ανδρέα Ανδρέου. Η μητέρα του γύρισε απότομα προς το μέρος του. Το βλέμμα της ήταν κοφτό και άγριο, σαν παγίδα που μόλις έκλεισε. Ο Ανδρέας κατάπιε το γέλιο του, όμως στα μάτια του είχε μείνει η ίδια σκανταλιά.

— Σας το είπα από την αρχή, συνέχισε η Θάλεια, καθίζοντας στην άκρη του καναπέ χωρίς καν να βγάλει το παλτό της. — Παντρευτήκατε μόλις τελειώσατε τη σχολή, χωρίς σπίτι, χωρίς λεφτά, χωρίς μυαλό. Ρομαντισμός πάνω σε νοικιασμένο στρώμα.

— Για την ακρίβεια, το στρώμα είναι ορθοπεδικό, παρατήρησε η Κωνσταντίνα. — Είναι το μόνο πράγμα εδώ μέσα που κρατάει ίσια τη μέση μας.

Στην αρχή ο Ανδρέας τής είχε προτείνει κάτι διαφορετικό. Να μείνουν για λίγους μήνες στο σπίτι της μητέρας του, σε εκείνο το δυάρι όπου κάτω από τα παράθυρα σκούριαζε ακόμη το παλιό αυτοκίνητο, απομεινάρι από την εποχή που ο πατέρας του είχε φύγει από την οικογένεια. Η Κωνσταντίνα αρνήθηκε αμέσως. Ήρεμα, σταθερά, χωρίς δράματα και πόρτες που χτυπούν.

— Ανδρέα, αν καθίσουμε στο σπίτι της, θα μείνουμε εκεί μέχρι να βγούμε στη σύνταξη, του είχε πει. — Οι δυσκολίες δεν είναι κατάρα. Είναι γυμναστήριο. Μυς αποκτάς μόνο όταν ζορίζεσαι.

— Καταλαβαίνεις πόσα θα μας τρώει το νοίκι;

— Το καταλαβαίνω. Γι’ αυτό ακριβώς θα δυναμώσουμε κι οι δυο πιο γρήγορα απ’ όσο θα ανεβαίνει αυτό το νοίκι.

Εκείνος συμφώνησε με βαριά καρδιά, σαν να υπέγραφε σύμβαση που ήξερε πως δεν τον συνέφερε. Η μητέρα του, αντίθετα, σχεδόν δεν έκρυβε την ικανοποίησή της. Η νύφη δεν θα πατούσε το παρκέ της ούτε θα άνοιγε το ψυγείο της. Τους τηλεφώνησε μάλιστα για να τους συγχαρεί για την ανεξαρτησία τους, και στη φωνή της κουδούνιζε καθαρά η ανακούφιση.

Και τώρα καθόταν στον ξένο καναπέ και τους παρέδιδε μαθήματα ζωής.

— Παιδιά να μη κάνετε, δήλωσε. — Με ακούς, Κωνσταντίνα; Δεν είναι καιρός. Ούτε να το σκέφτεσαι.

Η Κωνσταντίνα άφησε προσεκτικά στο τραπέζι το βάζο που κρατούσε και την κοίταξε χωρίς να ταραχτεί.

— Ωραία, ας το πάμε με τη σειρά. Θα ακούσουμε και επιχειρήματα ή είναι σαν την πρόγνωση του καιρού, απλώς ανακοινώνεται;

— Επιχειρήματα; πετάχτηκε η Θάλεια. — Και ποιος θα σας βοηθάει; Εγώ; Σε ποιανού τον σβέρκο θα φορτωθείτε; Πάνες, καρότσια, γιατροί! Εδώ με το ζόρι συντηρείτε τους εαυτούς σας!

— Θα σας φανεί παράξενο, αλλά ένα παιδί συνήθως έχει πατέρα και μητέρα. Η γιαγιά είναι ευχάριστη προσθήκη, όχι κολόνα που κρατάει το σπίτι.

— Πολύ έξυπνη μας βγήκες!

— Προσπαθώ. Δεν το κληρονόμησα, το καλλιέργησα.

Ο Ανδρέας μπήκε στο δωμάτιο.

— Μαμά, αρκετά. Θα αποφασίσουμε εμείς πότε και τι θα κάνουμε.

— Εσύ να μάθεις πρώτα να σκέφτεσαι με το δικό σου κεφάλι! τον έκοψε τόσο απότομα, που εκείνος έμεινε με τη φράση μισή. — Μία φορά σκέφτηκες και παντρεύτηκες. Φτάνουν οι ηρωισμοί.

Για την αδελφή του η Κωνσταντίνα έμαθε αργότερα. Η Ζωή Καραγιάννη ήταν παντρεμένη δέκα χρόνια, πλήρωνε στεγαστικό δάνειο και παιδιά δεν είχε. Κάποτε ο Ανδρέας άφησε να του ξεφύγει πως η μητέρα τους την πίεζε: πρώτα να σταθεί στα πόδια της, κι ύστερα να σκεφτεί απογόνους.

— Μισό λεπτό, είχε απορήσει τότε η Κωνσταντίνα. — Η Ζωή έχει άντρα, έχει δικό της σπίτι. Τι δουλειά έχει η μητέρα σου μέσα σε αυτό;

— Κωνσταντίνα, μην ανακατεύεσαι στις ζωές των άλλων. Ας τα λύσουν μόνοι τους.

— Δεν ανακατεύομαι. Απλώς παρατηρώ ότι μια ξένη μύτη έχει εγκατασταθεί εκεί προ πολλού και έχει βγάλει και μόνιμη κατοικία.

Εκείνη την περίοδο ο Ανδρέας μάθαινε να δουλεύει ένα καινούργιο μηχάνημα, μια απαιτητική εγκατάσταση με πίνακα χειρισμού που δεν συγχωρούσε την παραμικρή απροσεξία.

Ψίθυροι Ζωής