«Μα εσύ δεν έχεις πια ούτε ίχνος ντροπής;» — ο Οδυσσέας πέταξε τα κλειδιά στο κομοδίνο με οργή, που έπεσαν στο πάτωμα με μεταλλικό κρότο

Απαράδεκτος εγωισμός, βαθιά και αναίσθητη αδικία.
Ιστορίες

τη βγάζουν από το δωμάτιο που νοίκιαζε. Σκέφτηκα λοιπόν… μήπως, σαν δικό της αίμα, σαν οικογένεια, την άφηνες να μείνει στο διαμέρισμά σου για δυο μήνες; Ίσα ώσπου να σταθεί πάλι στα πόδια της.

— Μπαμπά, — τον έκοψε η Αριάδνη τόσο κοφτά, σαν να ακούστηκε ψαλίδι πάνω σε τεντωμένο ύφασμα. — Κατάλαβες τι μόλις ξεστόμισες; Είναι το δικό μου σπίτι. Δεν είναι οικογενειακό καταφύγιο, ούτε κοινόχρηστο κατάλυμα. Δικό μου.

Ο Οδυσσέας πνίγηκε για μια στιγμή με τον αέρα που πήγε να πάρει, όμως συνήλθε αμέσως και προσπάθησε να ξαναφορέσει το ήρεμο προσωπείο του.

— Το ξέρω, κοριτσάκι μου, το ξέρω… Αλλά εσύ τώρα δεν το χρειάζεσαι! Είσαι στην Ευρώπη, φτιάχνεις τη ζωή σου, την καριέρα σου, κι εδώ μια συγγένισσά σου γυρίζει από πόρτα σε πόρτα. Δεν σου φαίνεται άδικο;

— Η συγγένισσά μου θα μπορούσε να πιάσει δουλειά σε τηλεφωνικό κέντρο, — απάντησε η Αριάδνη, και στη φωνή της υπήρχε εκείνη η παγωνιά που ο Οδυσσέας απεχθανόταν κάθε φορά που την άκουγε και στη δική μου. — Ή σε κάποιο μαγαζί. Και, κυρίως, θα μπορούσε να σταματήσει να μετακομίζει από άντρα σε άντρα ψάχνοντας ποιος θα τη συντηρεί.

Το πρόσωπο του Οδυσσέα άδειασε από χρώμα. Δεν ήταν σαν να τον είχε πληγώσει με λόγια· περισσότερο έμοιαζε σαν να του είχε ρίξει χαστούκι μπροστά σε όλους. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε με το κινητό κολλημένο στο αυτί, λες και περίμενε πως η κόρη του θα ξεσπούσε σε γέλια και θα του έλεγε: «Έλα, μπαμπά, πλάκα κάνω, φυσικά και να μείνει η θεία Χριστίνα». Όμως από την άλλη άκρη δεν ήρθε τίποτα. Μόνο σιωπή. Κατέβασε αργά το χέρι, κοίταξε την οθόνη και είδε πως η κλήση είχε τερματιστεί.

Η Ελένη τον παρακολουθούσε χωρίς να βγάλει μιλιά. Δεν χρειαζόταν καμία δική της ατάκα· η σκηνή είχε μιλήσει από μόνη της, πιο καθαρά από οποιαδήποτε κατηγορία. Ο Οδυσσέας έχωσε το τηλέφωνο στην τσέπη του, πέρασε την παλάμη του πάνω από το πρόσωπό του, σαν να ήθελε να σβήσει από πάνω του εκείνη τη ζαχαρωμένη, «οικογενειακή» φωνή, και ξαφνικά τινάχτηκε, λες και θυμήθηκε πως δεν ήταν ο ηττημένος της υπόθεσης αλλά ο πρωταγωνιστής ενός δράματος.

— Τι χαρακτήρας είναι αυτός πια, — μουρμούρισε, παλεύοντας να ξαναδώσει βάρος στη φωνή του. — Ολόιδια εσύ. Ούτε σταγόνα συμπόνια.

— Η συμπόνια δεν είναι νόμισμα για να αγοράζει κανείς τα τετραγωνικά των άλλων, — αποκρίθηκε ήρεμα η Ελένη, σκουπίζοντας τα τελευταία ίχνη από το τσάι. Ο λεκές αρνιόταν πεισματικά να φύγει και άπλωνε πάνω στο μουσαμά σαν μικρή, πικρή εικόνα όλης της κατάστασης: τρίβεις, ξανατρίβεις, κι όμως κάτι μένει πάντα εκεί.

Ο Οδυσσέας άνοιξε το στόμα για να συνεχίσει, μα εκείνη τη στιγμή το θυροτηλέφωνο στο χολ άρχισε να τρίζει μανιασμένα. Ο ήχος ήταν τέτοιος, σαν κάποιος να πατούσε το κουμπί δέκα φορές στη σειρά, χωρίς να αφήνει καν το σύστημα να βγάλει έναν κανονικό τόνο.

— Ποιος μας κουβαλιέται τώρα; — γρύλισε ο Οδυσσέας και κατευθύνθηκε προς την πόρτα, με εκείνο το βήμα ανθρώπου που θέλει πάση θυσία να αποδείξει πως εξακολουθεί να ελέγχει την κατάσταση.

Η Ελένη δεν τον ακολούθησε. Αναγνώριζε αυτόν τον ρυθμό στο κουδούνισμα. Έτσι χτυπούσε μόνο μία γυναίκα: η πεθερά της, η Σταματία. Εκείνη δεν πατούσε ποτέ μία φορά και περίμενε. Χτυπούσε ξανά και ξανά, μέχρι να εμφανιστεί κάποιος, λες και η επιμονή της από μόνη της θα ανάγκαζε τους πάντες να παραδεχτούν ότι είχε δίκιο.

Μόλις ο Οδυσσέας άνοιξε, η Σταματία όρμησε μέσα στο διαμέρισμα σαν ριπή από μπουρίνι, χωρίς να περιμένει πρόσκληση. Φορούσε ένα μπεζ αδιάβροχο, το ίδιο που έσερνε πάνω της εδώ και δέκα χρόνια, και ένα φουλάρι δεμένο σφιχτά γύρω από τον λαιμό της· όχι σαν να φοβόταν το κρύο, αλλά σαν να ανησυχούσε μήπως κάποιος διαβάσει τις σκέψεις της από τις φλέβες που πάλλονταν εκεί.

— Τι γίνεται εδώ μέσα;! — φώναξε από το κατώφλι, χωρίς καν να βγάλει τα παπούτσια της. — Με πήρε η Χριστίνα, πνιγμένη στα κλάματα! Λέει ότι εσύ, Ελένη, τη πετάς στον δρόμο!

Η Ελένη δεν πρόλαβε ούτε να ανοίξει το στόμα της. Ο Οδυσσέας χώθηκε βιαστικά ανάμεσά τους.

— Μαμά, μην αρχίζεις έτσι από την πόρτα… Υπάρχει απλώς μια παρεξήγηση…

— Παρεξήγηση;! — η φωνή της Σταματίας ανέβηκε σε μια τσιρίδα που έκανε τα δόντια της Ελένης να μουδιάσουν. — Ένα κορίτσι χάνει τη στέγη πάνω από το κεφάλι του κι εσύ μιλάς για παρεξηγήσεις; Πώς κοιμάσαι τα βράδια, Ελένη; Πες μου, πώς;

— Κοιμάμαι μια χαρά, — είπε η Ελένη με σταθερότητα, βγαίνοντας στο χολ. — Επειδή δεν φορτώνομαι υποχρεώσεις που δεν είναι δικές μου. Και κανείς δεν πετάει τη Χριστίνα στον δρόμο. Απλώς το διαμέρισμα της Αριάδνης ανήκει στην Αριάδνη. Δεν είναι ίδρυμα περίθαλψης συγγενών.

Η Σταματία την κοίταξε σαν να μην είχε ακούσει φράση, αλλά προσβολή κατά πρόσωπο.

— Εσύ… εσύ… — κόμπιασε, πνιγμένη από την αγανάκτηση. — Έχεις καταλάβει καθόλου τι σημαίνει οικογένεια; Οικογένεια θα πει να στέκεται ο ένας βράχος για τον άλλον! Κι εσύ εδώ μέσα είσαι σαν κάστρο. Τείχη ψηλά, πύλες κλειδωμένες!

— Οικογένεια δεν σημαίνει να σέρνει ένας άνθρωπος όλους τους υπόλοιπους στην πλάτη του, ενώ οι άλλοι μόνο ζητούν, — απάντησε η Ελένη. Η φωνή της παρέμενε χαμηλή, μα μέσα της ακουγόταν καθαρά το μέταλλο. — Είπα ό,τι είχα να πω. Αν η Χριστίνα έχει ανάγκη, ας τη βοηθήσει ο Οδυσσέας. Παίρνει καλό μισθό. Ή μήπως όλοι σας θεωρείτε αυτονόητο πως εγώ οφείλω να χρηματοδοτώ κάθε οικογενειακό σας σχέδιο;

Ο Οδυσσέας μαζεύτηκε ελαφρά, σαν να τον είχαν καταβρέξει ξαφνικά με παγωμένο νερό. Δεν του άρεσε να αναφέρονται τα οικονομικά φωναχτά. Ιδίως όταν το ζήτημα δεν ήταν αν υπήρχαν χρήματα, αλλά αν ήθελε να τα διαθέσει στους «λάθος» ανθρώπους.

Η Σταματία έκανε ένα βήμα πιο κοντά. Τα μάτια της στένεψαν.

— Δεν το κρύβεις κιόλας ότι δεν σε νοιάζουν τα βάσανα των άλλων. Έτσι ήσουν πάντα. Από την πρώτη μέρα.

Η Ελένη ένιωσε μέσα της να σηκώνεται ένα κύμα εξάντλησης. Το ήξερε αυτό το τραγούδι· παιγμένο ξανά και ξανά μέχρι αηδίας. «Δεν είσαι δική μας». «Δεν ξέρεις να είσαι οικογένεια». «Είσαι ψυχρή». Και κάθε φορά οι ίδιες λέξεις έβρισκαν ακριβώς το ίδιο σημείο για να χτυπήσουν.

Μόνο που εκείνη τη μέρα κάτι είχε μετακινηθεί μέσα της. Δεν υπήρχε πια ούτε πίκρα ούτε ανάγκη να απολογηθεί. Υπήρχε μόνο μια καθαρή, ήσυχη βεβαιότητα: δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδεικνύει σε κανέναν ότι είναι καλή.

— Ξέρετε κάτι, κυρία Σταματία; — είπε, κοιτάζοντας την πεθερά της ίσια στα μάτια. — Δεν είμαι ψυχρή. Απλώς δεν θέλω να περνάνε την καλοσύνη μου για αδυναμία. Και δεν θα αφήσω κανέναν να πιέζει τους δικούς μου ανθρώπους, κρυμμένος πίσω από τη λέξη «συγγένεια».

Η Σταματία άνοιξε το στόμα, έτοιμη να εκτοξεύσει την επόμενη κραυγή της. Πριν προλάβει όμως, το κινητό της Ελένης άρχισε πάλι να δονείται. Στην οθόνη φάνηκε το όνομα της Αριάδνης.

Η Ελένη απάντησε αμέσως.

— Μαμά, — ακούστηκε η φωνή της Αριάδνης, αυτή τη φορά λιγότερο ζωηρή, πιο σφιγμένη. — Συγγνώμη που σας διακόπτω πάλι… αλλά έγινε κάτι. Μόλις μου ήρθε μήνυμα από τη διαχείριση της πολυκατοικίας. Στο διαμέρισμα… κάποιος είχε μπει.

Η Ελένη πάγωσε.

— Τι εννοείς «είχε μπει»;

— Γράφουν ότι οι από κάτω παραπονέθηκαν για διαρροή. Πήγαν να ελέγξουν και βρήκαν πως στη μπανιέρα έσταζε η βρύση. Αλλά δεν είναι αυτό το χειρότερο. Κάποιος είχε ανοίξει τα παράθυρα. Και στο πάτωμα, στην είσοδο, υπάρχουν πατημασιές. Δεν είναι δικές μου.

Τα δάχτυλα της Ελένης έγιναν παγωμένα.

— Είσαι σίγουρη;

— Απόλυτα. Μου έστειλαν φωτογραφίες. Και υπάρχει κι άλλο… — Η Αριάδνη σταμάτησε για λίγο, και μέσα σε εκείνη τη μικρή παύση υπήρχε τόση ένταση, που η Ελένη νόμισε πως μπορούσε να ακούσει, από το Βερολίνο, τον χτύπο μιας καρδιάς. — Το συρτάρι όπου φύλαγα το εφεδρικό σετ κλειδιών… είναι άδειο.

Ο Οδυσσέας, που στεκόταν δίπλα τους και προσποιούνταν πως δεν άκουγε, χλόμιασε απότομα.

— Ποια κλειδιά; — πετάχτηκε, σαν να ήθελε να φωνάξει πιο δυνατά κι από την ίδια την πραγματικότητα.

Η Αριάδνη δεν τον έβλεπε, μα η απάντησή της απευθύνθηκε και σε εκείνον.

— Τα δεύτερα κλειδιά του διαμερίσματος. Τα είχα αφήσει στο κομοδίνο. Τώρα λείπουν.

Η Σταματία, που μέχρι πριν από λίγο έβραζε από θυμό, σώπασε απότομα. Ακόμη και το πρόσωπό της έχασε την αιχμηρή του έκφραση και πήρε μια αμήχανη, σχεδόν χαμένη όψη.

— Δεν γίνεται αυτό… — ψιθύρισε.

Η Ελένη κατέβασε αργά το κινητό, χωρίς να κλείσει την κλήση.

— Οδυσσέα, — είπε σιγά, και στη φωνή της δεν υπήρχε πια ούτε ίχνος απαλότητας. — Δεν μπορεί να… Δεν πήρες εσύ αυτά τα κλειδιά, έτσι;

Εκείνος άρχισε να κουνάει το κεφάλι αρνητικά. Πολύ γρήγορα. Πολύ απελπισμένα.

— Φυσικά και όχι! Για ποιον λόγο; Δεν θα το έκανα ποτέ…

Όμως κάτι πέρασε από το βλέμμα του. Κάτι που η Ελένη είχε δει πολλές φορές στο παρελθόν: ένας συνδυασμός φόβου και πεισματικής ελπίδας πως, αν αρνηθεί αρκετά δυνατά, η αλήθεια θα εξαφανιστεί από μόνη της.

— Τότε ποιος; — ρώτησε εκείνη.

Η σιωπή που απλώθηκε στο δωμάτιο ήταν τόσο πυκνή, ώστε ξαφνικά ακούστηκε καθαρά το ρολόι της κουζίνας να μετράει τα δευτερόλεπτα.

Η Αριάδνη μίλησε ξανά. Αυτή τη φορά από τη φωνή της έλειπαν και ο θυμός και η κούραση· είχε απομείνει μόνο μια ψυχρή, απόλυτα συγκεντρωμένη αποφασιστικότητα.

Ψίθυροι Ζωής