“Έχασες και την τελευταία σταγόνα ντροπής που σου είχε απομείνει;” πέταξε ο Ανδρέας τα κλειδιά στο κομοδίνο με οργή

Απαράδεκτη εγωϊστική αξίωση που πληγώνει βαθιά.
Ιστορίες

— …πως θα γύριζε όλο αυτό εναντίον μας! — συνέχισε η Ειρήνη, κι η φωνή της έτρεμε σαν να πάλευε να σταθεί στα πόδια της. — Εγώ καλό ήθελα να κάνω… Ύστερα, όμως, δεν μου τα έφερε πίσω τα κλειδιά. Της έλεγα: «Ελέκτρα, δώσ’ τα μου, παιδί μου, κι αν γυρίσει ξαφνικά η Αρτέμις;» Κι εκείνη απαντούσε: «Έλα τώρα, κυρία Ειρήνη, δυο μερούλες ακόμα, είναι μπερδεμένη η κατάσταση…» Μετά χάθηκε. Δεν την ξαναείδα καθόλου. Κι όταν ήρθαν οι από κάτω και μου είπαν για τα νερά… ήθελα να ανέβω να δω τι γίνεται, μα όλο κάτι τύχαινε, όλο το ανέβαλλα…

Ο Ανδρέας, που ως τότε στεκόταν βουβός, μίλησε επιτέλους. Η φωνή του βγήκε χαμηλή, τραχιά, σαν να είχε στεγνώσει ο λαιμός του.

— Καταλαβαίνεις έστω τι έκανες; Εκεί μέσα υπήρχαν έγγραφα…

Η Ειρήνη τινάχτηκε, λες και την είχε χαστουκίσει.

— Ποια έγγραφα; Εγώ τίποτα δεν πείραξα! Μόνο τα κλειδιά της έδωσα, τίποτα άλλο!

Η Νεφέλη σήκωσε το χέρι της, κόβοντας τον Ανδρέα πριν προλάβει να συνεχίσει.

— Φτάνει. Όχι τώρα. Δεν είναι ώρα για κατηγορίες. Πες μου μόνο ένα πράγμα: ξέρεις πού βρίσκεται η Ελέκτρα; Μίλησες μαζί της;

Η γυναίκα κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

— Δεν απαντάει. Της τηλεφώνησα, της έστειλα μηνύματα… τίποτα. Σαν να την κατάπιε η γη. Μόνο σήμερα το πρωί είδα τον αδερφό της, τον Νίκο, να μπαίνει στην αυλή με το αυτοκίνητό του. Δεν έμεινε πολύ. Κατέβηκε, κάθισε λίγο στο παγκάκι και μετά έφυγε.

Κάτι μέσα στη Νεφέλη έκανε ένα απότομο, παγωμένο κλικ. Το σκούρο σεντάν. Το ίδιο αυτοκίνητο.

— Ήρθε σε σένα; — ρώτησε κοφτά.

— Όχι… Αλλά τον είδα να κοιτάζει προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Σαν να περίμενε κάποιον.

Ο Ανδρέας σηκώθηκε απότομα. Η καρέκλα έτριξε δυνατά και παραλίγο να σωριαστεί πίσω του.

— Πρέπει να τη βρούμε. Τώρα. Αν είναι μαζί με τον Νίκο… αν έχουν βάλει κάτι στο μυαλό τους…

Η Νεφέλη τον κοίταξε ίσια, με βλέμμα ψυχρό και ακίνητο.

— Αν έχουν στήσει κάτι, αυτό είναι δικό τους πρόβλημα. Το δικό μου πρόβλημα είναι να μη χαθεί τίποτα από το σπίτι της Αρτέμις. Και να μάθουμε επιτέλους ποιος μπαινόβγαινε εκεί μέσα και για ποιο λόγο.

Έβγαλε το κινητό της και κάλεσε τον αστυνόμο της περιοχής.

— Είμαι η Νεφέλη, η μητέρα της ιδιοκτήτριας του διαμερίσματος. Έχουμε μια σοβαρή πληροφορία. Τα κλειδιά τα είχε δώσει η γειτόνισσα, η κυρία Ειρήνη. Είναι εδώ τώρα και μπορεί να το επιβεβαιώσει. Επίσης, γνωρίζουμε ότι ο αδερφός της Ελέκτρας, ο Νίκος, βρισκόταν σήμερα το πρωί στην αυλή. Το αυτοκίνητο είναι σκούρο σεντάν· δεν ξέρω τις πινακίδες, αλλά μπορώ να περιγράψω τη μάρκα και το μοντέλο. Και κάτι ακόμη… υπάρχει πιθανότητα να συνδέεται με το γεγονός ότι κάποιος έψαχνε τα έγγραφα μέσα στο σπίτι.

Όσο εκείνη μιλούσε, ο Ανδρέας πήγαινε πέρα δώθε στην κουζίνα σαν ζώο κλεισμένο σε κλουβί. Σταματούσε για μια στιγμή, μετά ξανάρχιζε να περπατάει, λες και προσπαθούσε να ξεφύγει όχι από το δωμάτιο, αλλά από τις ίδιες του τις σκέψεις.

— Νεφέλη, άκουσέ με… — είπε μόλις εκείνη έκλεισε την κλήση. — Εγώ δεν έχω σχέση με αυτό. Σ’ το ορκίζομαι. Δεν είπα στην Ελέκτρα να κάνει τίποτα… δεν την έβαλα εγώ…

Η Νεφέλη γύρισε προς το μέρος του με μια κούραση που φαινόταν πιο βαριά κι από οργή.

— Ξέρεις κάτι, Ανδρέα; Αυτή τη στιγμή δεν με νοιάζει καν αν της το ζήτησες ή όχι. Αυτό που μετράει είναι ότι η οικογένειά σου, κάθε φορά που στριμώχνεται, βρίσκει τρόπο να φορτώνει τα βάρη της σε μένα και στην κόρη μου. Μας βλέπετε σαν λύση ανάγκης. Αυτό τελείωσε.

Τότε το κινητό της άρχισε πάλι να δονείται. Στην οθόνη εμφανίστηκε μήνυμα από την Αρτέμις:

«Μαμά, βρήκα κάτι περίεργο στο email μου. Ήρθε ειδοποίηση από συμβολαιογράφο. Αναφέρει κάποιο ερώτημα για πληρεξούσιο που αφορά πράξεις πάνω στο διαμέρισμα. Εγώ δεν υπέγραψα τίποτα. Κάποιος προσπάθησε να το κινήσει στο όνομά μου».

Το πρόσωπο της Νεφέλης άδειασε από χρώμα. Στράφηκε αργά προς τον Ανδρέα. Στα μάτια της δεν υπήρχε πια εξάντληση ούτε εκνευρισμός. Μόνο μια παγωμένη, καθαρή βεβαιότητα.

— Το άκουσες; — ρώτησε χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά. — Κάποιος προσπαθεί να αποκτήσει δικαίωμα να διαχειριστεί το σπίτι της Αρτέμις. Να βγάλει πληρεξούσιο. Στο όνομά της.

Ο Ανδρέας έμεινε ακίνητος, σαν να τον είχε διαπεράσει ηλεκτρικό ρεύμα.

— Δεν γίνεται αυτό… Θα το ήξερα…

— Το ήξερες, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, — ακούστηκε ξαφνικά η Ειρήνη, τόσο σιγά που όλοι γύρισαν προς το μέρος της. — Όχι εσύ προσωπικά ίσως… αλλά ο Νίκος… Πριν από καμιά δυο εβδομάδες με πλησίασε. Με ρώτησε αν ξέρω πού φυλάει η Αρτέμις τα χαρτιά της. Έλεγε πως ήθελε να βοηθήσει την Ελέκτρα, να της τακτοποιήσει το θέμα της στέγης, αλλά ότι όλα έπρεπε να γίνουν νόμιμα. Δεν του έδωσα σημασία τότε… νόμιζα πως ήταν μια κουβέντα της στιγμής…

Η Νεφέλη έκλεισε για λίγο τα μάτια. Χρειαζόταν ένα δευτερόλεπτο για να μαζέψει τον εαυτό της. Όλα άρχισαν να κουμπώνουν, σαν κομμάτια παζλ που μέχρι τότε αρνούνταν να πάρουν τη θέση τους. Ο Νίκος, ο αδερφός της Ελέκτρας. Το σκούρο σεντάν στην αυλή. Τα ανακατεμένα χαρτιά. Και τώρα η απόπειρα για πληρεξούσιο.

Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Ήταν ο αστυνόμος.

— Ελέγχουμε ήδη τις κάμερες, — της είπε. — Υπάρχει καταγραφή από το πρωί. Ένας άντρας που ταιριάζει στην περιγραφή σας μπήκε στην πολυκατοικία. Το πρόσωπό του δεν φαίνεται καθαρά, φοράει καπέλο, όμως το αυτοκίνητο συμπίπτει. Προσπαθούμε να τον ταυτοποιήσουμε. Επίσης μιλήσαμε με τον συμβολαιογράφο. Επίσημο αίτημα δεν έχει κατατεθεί, αλλά πράγματι κάποιος τηλεφώνησε για να ρωτήσει ποια είναι η διαδικασία.

Η Νεφέλη έγνεψε, παρόλο που εκείνος δεν μπορούσε να τη δει.

— Ευχαριστώ. Θα περιμένουμε.

Μόλις κατέβασε το κινητό, η κουζίνα βυθίστηκε σε μια σιωπή βαριά, σχεδόν ασφυκτική.

— Και τώρα; — ρώτησε ο Ανδρέας με φωνή σπασμένη.

— Τώρα περιμένουμε, — αποκρίθηκε η Νεφέλη. — Όταν βρουν τον Νίκο, θα μάθουμε όλη την αλήθεια. Μέχρι τότε… — γύρισε προς την Ειρήνη. — Σε ευχαριστώ που μίλησες. Ξέρω ότι δεν ήταν εύκολο. Αλλά ήταν το σωστό.

Η Ειρήνη σκούπισε τα μάτια της με την άκρη της ποδιάς της.

— Συγχώρεσέ με, Νεφελάκι μου… Αλήθεια, δεν ήθελα να κάνω κακό…

Η Νεφέλη την πλησίασε και, προς δική της έκπληξη, την αγκάλιασε. Όχι επειδή την είχε συγχωρέσει πλήρως. Αλλά επειδή είχε κουραστεί να στέκεται απέναντι σε όλους σαν να ήταν εχθροί.

— Θα το ξεδιαλύνουμε, — είπε. Δεν ήταν σίγουρη ότι το πίστευε, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν είχε κάτι άλλο να προσφέρει. — Θα βρούμε άκρη.

Έξω άρχισε να ψιχαλίζει. Οι σταγόνες χτυπούσαν το περβάζι με μικρούς, επίμονους ήχους, σαν να μετρούσαν αντίστροφα τον χρόνο μέχρι κάτι αναπόφευκτο. Η Νεφέλη πήγε στο παράθυρο και κοίταξε κάτω.

Το σκούρο σεντάν στεκόταν ακόμη στην αυλή.

Μόνο που τώρα, δίπλα του, φάνηκε για μια στιγμή η φιγούρα ενός άντρα με μπουφάν και κουκούλα. Κοιτούσε δεξιά κι αριστερά, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως κανείς δεν τον παρακολουθούσε ή σαν να αναζητούσε κάποιον.

Η Νεφέλη άνοιξε αμέσως το κινητό και έγραψε στον αστυνόμο:

«Είναι εδώ. Στην αυλή. Δίπλα στο σκούρο σεντάν. Ελάτε αμέσως».

Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά. Ένα περιπολικό μπήκε αθόρυβα στην αυλή. Ο άντρας με την κουκούλα το είδε και πάγωσε. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου έμεινε ακίνητος. Ύστερα τινάχτηκε προς την καμάρα που οδηγούσε στην πίσω πλευρά του οικοπέδου.

Δεν πρόλαβε να φτάσει μακριά.

Εκεί τον περίμεναν ήδη.

Η Νεφέλη παρακολουθούσε από το παράθυρο τη στιγμή που οι αστυνομικοί ακινητοποιούσαν τον Νίκο και του περνούσαν χειροπέδες. Δίπλα της στεκόταν ο Ανδρέας, χλωμός, με τα χέρια κρεμασμένα άψυχα στο πλάι.

— Τελείωσε, — ψιθύρισε εκείνη, περισσότερο στον εαυτό της παρά σ’ εκείνον. — Επιτέλους τελείωσε αυτή η ατέλειωτη ιστορία με το «μα είμαστε οικογένεια».

Ο Ανδρέας άνοιξε το στόμα του σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά οι λέξεις δεν βγήκαν. Έμεινε απλώς εκεί, κοιτάζοντας πώς έπαιρναν τον αδερφό της Ελέκτρας, πώς η αυλή ξαναγινόταν σιγά σιγά αυτό που ήταν πάντα: ένας συνηθισμένος, γκρίζος, καθημερινός χώρος, χωρίς μυστικά να κρύβονται στις γωνίες.

Το κινητό της Νεφέλης έκανε έναν απαλό ήχο. Νέο μήνυμα από την Αρτέμις:

«Μαμά, τα ακύρωσα όλα. Ο συμβολαιογράφος επιβεβαίωσε ότι δεν είχε γίνει επίσημο αίτημα, απλώς κάποιος ρωτούσε τη διαδικασία. Άλλαξα όμως όλους τους κωδικούς, έβαλα πρόσθετες ειδοποιήσεις και δικλείδες ασφαλείας. Και… θα έρθω. Την άλλη εβδομάδα. Θέλω να είμαι κοντά σου».

Για πρώτη φορά μέσα σε εκείνη τη μέρα, η Νεφέλη χαμογέλασε. Όχι πλατιά, ούτε με χαρά ανέμελη. Ήταν εκείνο το μικρό χαμόγελο που εμφανίζεται όταν ο άνθρωπος καταλαβαίνει πως το χειρότερο έχει πια περάσει.

— Έρχεται, — είπε, δείχνοντας την οθόνη στον Ανδρέα.

Εκείνος έγνεψε. Στα μάτια του πέρασε κάτι που έμοιαζε με ανακούφιση.

— Καλά κάνει, — μουρμούρισε. — Να έρθει.

Η Νεφέλη γύρισε προς το μέρος του. Η φωνή της δεν είχε μίσος, ούτε διάθεση να τον πληγώσει. Είχε μόνο μια ήρεμη, αδιαπραγμάτευτη σταθερότητα.

— Ανδρέα, δεν θα παριστάνουμε άλλο ότι όλα είναι εντάξει ανάμεσά μας. Μπορείς να μείνεις ή μπορείς να φύγεις· αυτή είναι δική σου απόφαση. Από σήμερα, όμως, ο καθένας θα αναλαμβάνει το βάρος του εαυτού του και των δικών του ανθρώπων. Η κόρη μου και η οικογένειά μου δεν θα ξαναγίνουν σωσίβιο για κανέναν.

Εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι, σαν να δεχόταν μια απόφαση που είχε ήδη εκδοθεί.

— Κατάλαβα, — είπε σιγανά.

Η βροχή δυνάμωνε πίσω από το τζάμι, ξεπλένοντας από την άσφαλτο τη σκόνη και τα παλιά ίχνη. Η Νεφέλη κοίταξε την αυλή, εκεί όπου οι αστυνομικοί είχαν ήδη απομακρύνει τον Νίκο, εκεί όπου ο χώρος είχε ξαναγίνει απλώς μια αυλή, χωρίς σκιές, χωρίς σχέδια, χωρίς ψέματα.

Και για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό ένιωσε πως μπορούσε να πάρει ανάσα ελεύθερα.

Ψίθυροι Ζωής