Μόνο μια παγωμένη αυτοκυριαρχία ακουγόταν πια στα λόγια της:
— Μαμά, έχω ήδη καταθέσει αναφορά στην αστυνομία. Ζήτησα και από τη διαχείριση της πολυκατοικίας να στείλει άνθρωπο, για να σφραγιστεί το διαμέρισμα μέχρι να ξεκαθαρίσει τι έχει συμβεί. Αλλά… χρειάζομαι κάποιον να πάει εκεί. Τώρα.
Η Νεφέλη έγνεψε, λες και η κόρη της μπορούσε να τη δει μέσα από το τηλέφωνο.
— Θα πάω εγώ. Φεύγω αμέσως.
Γύρισε προς τον Ανδρέα. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε στο βλέμμα της ούτε κατηγορία ούτε οργή. Μόνο μια καθαρή, κοφτερή ψυχρότητα.
— Και θα έρθεις κι εσύ. Γιατί, αν αποδειχθεί ότι έχεις έστω και την παραμικρή ανάμειξη σε όλο αυτό…
Εκείνος σήκωσε απότομα τα χέρια, σαν να προσπαθούσε να προφυλαχθεί από αόρατο χτύπημα.
— Μα δεν πήρα τίποτα! Σ’ το ορκίζομαι!
Η Νεφέλη, όμως, δεν τον άκουγε πια. Άρπαξε τα κλειδιά του αυτοκινήτου, φόρεσε βιαστικά το μπουφάν της και βγήκε από το σπίτι, αφήνοντας πίσω της φωνές, δικαιολογίες και εκείνο το παλιό, εξαντλητικό θέατρο του «είμαστε οικογένεια».
Στο πλατύσκαλο την πρόλαβε η Χρυσοῦλα. Δεν έμοιαζε πια απειλητική. Ήταν απλώς μια ηλικιωμένη, κουρασμένη γυναίκα, που ξαφνικά είχε χάσει όλη την επιθετική της σιγουριά.
— Νεφέλη… στάσου λίγο. Ίσως να μην κατάλαβες σωστά…
Η Νεφέλη σταμάτησε, χωρίς να γυρίσει αμέσως.
— Χρυσοῦλα, κατάλαβα πολύ καλά. Απλώς μέχρι τώρα προσπαθούσα να είμαι ευγενική. Αυτή τη στιγμή, όμως, δεν μου περισσεύει ευγένεια. Κάποιος μπήκε στο διαμέρισμα της κόρης μου. Και θα μάθω ποιος ήταν.
Η πεθερά της άνοιξε το στόμα, έτοιμη να πει κάτι ακόμη, μα η Νεφέλη είχε ήδη αρχίσει να κατεβαίνει τις σκάλες. Με κάθε σκαλοπάτι ένιωθε να ξεκολλά από μέσα της και το τελευταίο ψέμα: πως αυτή η οικογένεια μπορούσε ακόμα να μπαλωθεί, να στηθεί ξανά, να μοιάσει φυσιολογική.
Στο αυτοκίνητο ο Ανδρέας καθόταν μαζεμένος, σαν να ήλπιζε πως, αν συρρικνωνόταν αρκετά, θα γινόταν αόρατος. Δυο-τρεις φορές άνοιξε τα χείλη του για να μιλήσει, όμως κάθε φορά τα έκλεινε ξανά, ανίκανος να βρει λέξεις που να μην ακούγονται σαν άλλη μία δικαιολογία.
— Μην πεις τίποτα, — είπε σιγανά η Νεφέλη, χωρίς να τον κοιτάξει. — Αν πράγματι δεν έχεις σχέση, βοήθησέ με τώρα. Αν έχεις… τότε ακόμη περισσότερο, σώπα.
Η διαδρομή κύλησε μέσα σε βαριά σιωπή. Μόνο ο θόρυβος της πόλης και το αραιό, μεταλλικό ηχητικό σήμα του πλοηγού έσπαγαν πού και πού την ακινησία ανάμεσά τους. Όταν έφτασαν στην πολυκατοικία, ένα περιπολικό ήταν ήδη παρκαρισμένο κοντά στην είσοδο. Δίπλα του στεκόταν ένας νεαρός αστυνομικός της περιοχής, που άλλαζε νευρικά βάρος από το ένα πόδι στο άλλο, ενώ λίγο πιο πέρα περίμενε μια γυναίκα με στολή της εταιρείας διαχείρισης.
Η Νεφέλη βγήκε από το αυτοκίνητο και ένιωσε αμέσως τον αέρα γύρω της να βαραίνει. Ήταν σαν να ήξερε και το ίδιο το κτίριο πως κάτι άσχημο είχε περάσει από μέσα του.
Ο αστυνομικός τους πλησίασε κρατώντας ένα μπλοκάκι.
— Είστε συγγενείς της ιδιοκτήτριας; — ρώτησε, γυρίζοντας τις σελίδες.
— Μητέρα της, — απάντησε κοφτά η Νεφέλη.
— Πατέρας, — πρόσθεσε βιαστικά ο Ανδρέας, με εκείνη την αγωνία του ανθρώπου που φοβάται μήπως τον βγάλουν από το κάδρο.
Η γυναίκα της διαχείρισης έκανε ένα σύντομο νεύμα.
— Ρίξαμε ήδη μια πρώτη ματιά στο διαμέρισμα. Υπάρχουν όντως ίχνη. Και η βρύση στάζει· μάλλον κάποιος χρησιμοποίησε νερό. Αλλά το πιο περίεργο είναι άλλο… — χαμήλωσε τη φωνή της, σαν να υποψιαζόταν πως ακόμη και οι τοίχοι μπορούσαν να ακούσουν. — Στην ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας έχει ψάξει κάποιος. Τα ρούχα είναι πεταμένα. Και… υπήρχε ένας φάκελος με έγγραφα. Κι αυτόν τον πείραξαν.
Ένα παγωμένο ρίγος ανέβηκε στην πλάτη της Νεφέλης.
— Τι έγγραφα;
— Του διαμερίσματος. Και μερικά ακόμη χαρτιά. Δεν τα άγγιξα.
Η Νεφέλη έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια, προσπαθώντας να συγκρατήσει τον εαυτό της.
— Δείξτε μου.
Μόλις μπήκαν στο διαμέρισμα, τα σημάδια φάνηκαν αμέσως. Στο πάτωμα υπήρχαν αχνά, λασπωμένα αποτυπώματα, σχεδόν σβησμένα, που οδηγούσαν από την είσοδο προς την κρεβατοκάμαρα. Η ντουλάπα ήταν πράγματι μισάνοιχτη. Ρούχα και μικροπράγματα βρίσκονταν σκορπισμένα στο πάτωμα, όχι σαν να είχε γίνει τυχαία αναστάτωση, αλλά σαν κάποιος να έψαχνε κάτι συγκεκριμένο.
Ο φάκελος με τα χαρτιά ήταν πάνω στο τραπέζι, λίγο στραβωμένος, σαν να τον είχαν πετάξει εκεί με βιασύνη. Η Νεφέλη τον άνοιξε προσεκτικά. Τίποτα δεν έλειπε. Όμως τα φύλλα δεν ήταν στη σειρά που τα άφηνε πάντα η Αρτέμις. Κάποιο χέρι τα είχε ξεφυλλίσει.
Ο Ανδρέας έμεινε στο κατώφλι της κρεβατοκάμαρας. Ήταν χλωμός, με τα δάχτυλα σφιγμένα σε γροθιές.
— Δεν ήμουν εγώ, — ψιθύρισε, σαν να φοβόταν πως κάποιος κρυμμένος θα τον άκουγε.
Η Νεφέλη δεν απάντησε. Πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε προς την αυλή. Εκεί, παρκαρισμένο κοντά στην είσοδο, στεκόταν ένα γνώριμο σκούρο σεντάν. Το είχε δει αρκετές φορές έξω από την πολυκατοικία, αλλά ποτέ δεν είχε δώσει σημασία. Το αυτοκίνητο ανήκε στον αδελφό της Ελέκτρας, τον Νίκο. Δεν εμφανιζόταν συχνά στη ζωή τους· όμως, όποτε εμφανιζόταν, συνήθως κάτι είχε ήδη στραβώσει.
Η Νεφέλη γύρισε προς τον αστυνομικό.
— Υπάρχουν κάμερες ασφαλείας; Μπορούμε να δούμε τις καταγραφές;
Εκείνος ένευσε.
— Έχουμε ήδη κάνει αίτημα. Λογικά θα μας τις στείλουν μέσα στην επόμενη ώρα.
Η Νεφέλη κοίταξε τον Ανδρέα.
— Πάρε την Ελέκτρα. Τώρα. Ρώτησέ την πού βρίσκεται. Και, μιας και θα τη βρεις, ρώτησέ την αν ξέρει πού είναι τα κλειδιά αυτού του διαμερίσματος.
Ο Ανδρέας έβγαλε το κινητό του. Τα δάχτυλά του έτρεμαν τόσο, που πάτησε λάθος την οθόνη μία φορά πριν καταφέρει να καλέσει. Έφερε τη συσκευή στο αυτί του και πάγωσε.
Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα κατέβασε αργά το χέρι.
— Χτυπάει… αλλά δεν το σηκώνει.
Η Νεφέλη έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Η φωνή της ήταν χαμηλή, μα σταθερή σαν καρφί.
— Τότε θα περιμένουμε. Και όταν εμφανιστεί, θα τα ξεκαθαρίσουμε όλα.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή το κινητό της άρχισε πάλι να δονείται. Στην οθόνη φάνηκε το όνομα της Αρτέμις.
— Μαμά… — η φωνή της κόρης της έτρεμε, όμως μέσα της υπήρχε πλέον αποφασιστικότητα. — Μόλις θυμήθηκα κάτι. Όταν έφυγα, δεν άφησα τα εφεδρικά κλειδιά στο κομοδίνο. Τα είχα δώσει στην Ειρήνη, τη γειτόνισσα από κάτω. Για παν ενδεχόμενο.
Η Νεφέλη ένιωσε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια της.
— Γιατί;
— Είχε πει ότι θα ποτίζει τα φυτά. Και πως, αν συνέβαινε κάτι, θα είχε τον νου της στο διαμέρισμα. Νόμιζα πως ήταν ασφαλές…
Η Νεφέλη πίεσε τα βλέφαρά της με τα δάχτυλα. Ξαφνικά όλα άρχισαν να κουμπώνουν. Η Ειρήνη ήταν καλή γυναίκα, μα υπερβολικά εύπιστη. Αν κάποιος της ζητούσε τα κλειδιά «μόνο για πέντε λεπτά, να αφήσω ένα κουτί», ήταν απολύτως πιθανό να τα είχε δώσει.
Γύρισε και κοίταξε τον Ανδρέα. Στα μάτια του υπήρχε μια βουβή ερώτηση.
— Πρέπει να μιλήσουμε με την Ειρήνη, — είπε, βγάζοντας ξανά τα κλειδιά του αυτοκινήτου. — Αμέσως.
Καθώς έβγαιναν από το διαμέρισμα, η Νεφέλη συνειδητοποίησε κάτι με ανατριχιαστική καθαρότητα: αυτή η υπόθεση δεν τελείωνε εδώ. Αντίθετα, μόλις άρχιζε. Και όταν θα έφταναν στην άκρη του νήματος, κανείς τους δεν θα μπορούσε πια να κάνει πως δεν είχε συμβεί τίποτα.
Η Ειρήνη άνοιξε την πόρτα κρατώντας ένα πανί στο χέρι, σαν να ετοιμαζόταν να ξεσκονίσει. Μόλις είδε τη Νεφέλη και τον Ανδρέα στο κατώφλι, έμεινε ακίνητη με το χέρι μισοσηκωμένο. Στο πρόσωπό της πέρασε κάτι ανάμεσα σε τρόμο και ένοχο χαμόγελο.
— Νεφέλη… Ανδρέα… Εγώ έλεγα μόλις πως πρέπει να περάσω να σας δω, να μιλήσουμε… — η φωνή της ράγισε και κατέβασε αργά το πανί. — Περάστε, περάστε μέσα, μην κάθεστε στην πόρτα.
Η Νεφέλη δεν είχε καμία διάθεση για ευγένειες.
— Ειρήνη, θέλουμε την αλήθεια. Τώρα. Για τα κλειδιά του διαμερίσματος της Αρτέμις.
Η γυναίκα χλόμιασε. Όλη εκείνη η συνηθισμένη, νευρική ζωντάνια της εξαφανίστηκε μονομιάς. Έκανε αργά στην άκρη, αφήνοντάς τους να μπουν. Το σπίτι μύριζε βανίλια και παλιό ξύλο· μια ζεστή, οικεία μυρωδιά, που εκείνη τη στιγμή φάνηκε στη Νεφέλη σχεδόν εχθρική, επειδή πίσω από αυτή τη θαλπωρή είχε κρυφτεί ένα ψέμα.
Πέρασαν στην κουζίνα. Ο Ανδρέας κάθισε σε ένα σκαμπό, σαν να μην τον κρατούσαν άλλο τα πόδια του. Η Ειρήνη στεκόταν όρθια και τσαλάκωνε νευρικά την άκρη της ποδιάς της.
— Δεν ήθελα να γίνει κακό, σας το ορκίζομαι… — άρχισε, κοιτάζοντας κάπου στη γωνία, μόνο και μόνο για να μη συναντήσει το βλέμμα της Νεφέλης. — Ήρθε η Ελέκτρα, πνιγμένη στα κλάματα. Μου είπε: «Κυρία Ειρήνη, έστω για ένα βράδυ, έστω στον διάδρομο να καθίσω, με διώχνουν, ήρθε ο ιδιοκτήτης με την αστυνομία…» Κι εγώ σκέφτηκα: αφού η Αρτέμις λείπει στην Ελλάδα, το σπίτι είναι άδειο, γιατί να πάει χαμένο; Της έδωσα τα κλειδιά. Για δυο μέρες μόνο, αλήθεια σας λέω!
Η Νεφέλη ένιωσε κάτι να σφίγγεται μέσα της. Όχι από θυμό. Από μια πικρή, αγκαθωτή κούραση που της έκοβε την ανάσα.
— Και δεν σου πέρασε από το μυαλό ότι δεν ήταν δική σου απόφαση; Ότι αυτό είναι το σπίτι της Αρτέμις, όχι κοινό ταμείο συμπόνιας;
Η Ειρήνη σήκωσε τα μάτια της. Ήταν γεμάτα δάκρυα.
— Μα δεν φαντάστηκα ότι τα πράγματα θα έπαιρναν τέτοια τροπή.
