“Η γυναίκα έχει υποχρέωση να φτιάχνει φαγητό στον άντρα της! Είναι ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΔΟΥΛΕΙΑ!” φώναξε ο Αλέξανδρος πετώντας τον χαρτοφύλακά του, ενώ η Φωτεινή σφίγγει το πιστοποιητικό του γάμου

Απαράδεκτη αδικία που ραγίζει κρυφές υποσχέσεις.
Ιστορίες

Πιστεύεις δηλαδή πως, επειδή η γυναίκα σου δουλεύει, πρέπει να σε κουβαλάει και στο σπίτι στην πλάτη της;

Ο Αλέξανδρος κατάλαβε ότι δεν τον έπαιρνε να συνεχίσει την ίδια κουβέντα και άλλαξε βιαστικά θέμα.

— Μαμά… μπορώ να μείνω σε σένα για λίγο; Μέχρι να βρω άλλο σπίτι.

Η Αγγελική τον κοίταξε για ώρα, χωρίς να βιαστεί να απαντήσει. Το βλέμμα της ήταν ψυχρό και αποφασισμένο.

— Όχι, — είπε κοφτά.

— Τι; — ο Αλέξανδρος έμεινε άφωνος.

— Είπα όχι. Δεν γίνεται, — επανέλαβε εκείνη. — Το δικό μου χρέος το έκανα. Σε μεγάλωσα, σε φρόντισα, σε σπούδασα. Από εδώ και πέρα θα σταθείς μόνος σου στα πόδια σου. Θα μάθεις να μαγειρεύεις, να πλένεις, να καθαρίζεις. Ίσως τότε καταλάβεις πόσο άσχημα φέρθηκες.

— Μαμά, σε παρακαλώ! — την ικέτεψε εκείνος. — Δεν ξέρω να τα κάνω αυτά!

— Θα μάθεις, — τον έκοψε αμείλικτα. — Και τώρα φύγε. Και να μη διανοηθείς να ξαναπατήσεις εδώ μέσα, αν πρώτα δεν βάλεις μυαλό.

— Μαμά!

— Έξω! — φώναξε τόσο δυνατά, που ο Αλέξανδρος τινάχτηκε. — Και άφησε και το κλειδί.

Διωγμένος πια και από το σπίτι της μητέρας του, ο Αλέξανδρος γύρισε σκυφτός στο νοικιασμένο διαμέρισμά του. Στον δρόμο δοκίμασε να τηλεφωνήσει σε φίλους και γνωστούς. Άλλοι δεν απάντησαν καθόλου, άλλοι απέρριψαν την κλήση. Η Φωτεινή είχε δίκιο: τελικά, κανείς δεν τον ήθελε πραγματικά δίπλα του.

Όταν έφτασε, τον περίμενε ένα χάος. Το σπίτι ήταν αναστατωμένο, βρόμικο, παρατημένο. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε κι ένα σημείωμα από τον ιδιοκτήτη. Τον ειδοποιούσε πως είχε έναν μήνα προθεσμία να αδειάσει το διαμέρισμα, επειδή καθυστερούσε συστηματικά τα ενοίκια και είχε προκαλέσει ζημιές στον χώρο. Ο Αλέξανδρος σωριάστηκε στον καναπέ και έπιασε το κεφάλι του με τα δυο του χέρια.

— Ανάθεμά με… — ψιθύρισε. — Τι έκανα;

Προσπάθησε ξανά να καλέσει τη Φωτεινή, όμως άκουσε μόνο τον τηλεφωνητή. Λίγο αργότερα, από κοινούς γνωστούς, έμαθε ότι εκείνη είχε νοικιάσει μια μικρή γκαρσονιέρα και πως, αντί να καταρρεύσει, έμοιαζε να ξαναβρίσκει τον εαυτό της. Έναν μήνα μετά έφτασε στ’ αυτιά του και κάτι ακόμη: η Φωτεινή έβγαινε με κάποιον. Με έναν άντρα που ήξερε να μαγειρεύει, να μαζεύει το σπίτι και, κυρίως, να της φέρεται σαν ισότιμη σύντροφο.

Ο ίδιος κατέληξε σε ένα φτηνό δωμάτιο, σε μια άκρη της πόλης που έμοιαζε ξεχασμένη από τον Θεό. Τα βράδια, όταν επέστρεφε στον μικροσκοπικό του χώρο, ζέσταινε πρόχειρο φαγητό σε ένα μάτι κουζίνας και συλλογιζόταν πόσο ανόητα είχε χάσει τα πάντα εξαιτίας της αλαζονείας του. Η μητέρα του δεν τον είχε συγχωρήσει· πλέον δεν σήκωνε ούτε τα τηλεφωνήματά του. Και οι φίλοι του, μόλις έμαθαν τι πραγματικά είχε συμβεί, κράτησαν αποστάσεις.

— Μόνος σου τα κατάφερες έτσι, — του είπε μια μέρα ο Πάνος, παλιός του φίλος. — Έχασες μια καλή γυναίκα. Δεν ήταν υπηρέτριά σου, γυναίκα σου ήταν. Κι εσύ της φέρθηκες σαν να ήταν δούλα. Τώρα λούσου τα.

Στεκόταν συχνά μπροστά στο παράθυρο του μικρού του δωματίου και κοιτούσε τη μουντή αυλή. Εκεί, μέσα στη σιωπή, ο Αλέξανδρος άρχισε επιτέλους να αντιλαμβάνεται το μέγεθος όσων είχε κάνει. Μόνο που ήταν πια αργά. Η Φωτεινή είχε φύγει οριστικά, παίρνοντας μαζί της τη ζεστασιά, τη φροντίδα και την αίσθηση του σπιτιού που εκείνος δεν είχε εκτιμήσει ποτέ. Τώρα, πλένοντας τα ρούχα του σε μια λεκάνη και τρώγοντας στιγμιαία μακαρόνια, καταλάβαινε πόσα είχε κάνει η γυναίκα του για χάρη του. Και πόσο άθλια της είχε ανταποδώσει όλη εκείνη την προσφορά.

— Ηλίθιος… — μουρμούρισε στον εαυτό του. — Πραγματικός ηλίθιος.

Στην άλλη πλευρά της πόλης, η Φωτεινή ετοίμαζε εκείνο το βράδυ δείπνο μαζί με τον νέο της σύντροφο, τον Τάκη. Γελούσαν, πείραζαν ο ένας τον άλλον και εκείνη ένιωθε, για πρώτη φορά ύστερα από καιρό, ειλικρινά ευτυχισμένη.

— Ξέρεις κάτι; — της είπε ο Τάκης, αγκαλιάζοντάς την από πίσω. — Χρωστάω χάρη στον πρώην άντρα σου.

— Γιατί το λες αυτό; — απόρησε η Φωτεινή.

— Επειδή ήταν ανόητος και σε άφησε να φύγεις. Αλλιώς, ίσως να μη σε γνώριζα ποτέ.

Η Φωτεινή χαμογέλασε και ακούμπησε πάνω του. Το διαζύγιο είχε πονέσει, όμως είχε ανοίξει μπροστά της μια πόρτα προς μια καλύτερη ζωή. Μια ζωή όπου την εκτιμούσαν, τη σέβονταν και δεν τη θεωρούσαν δεδομένη. Κι αυτό άξιζε κάθε προηγούμενο δάκρυ.

Το ίδιο βράδυ, η Αγγελική έπινε τσάι στο καινούργιο σπίτι, παρέα με τη Φωτεινή και τον Τάκη. Την πρώην νύφη της την αγαπούσε από παλιά σαν κόρη της, ενώ στον Τάκη έβλεπε τον άντρα που η Φωτεινή πραγματικά άξιζε να έχει στο πλευρό της.

— Με πήρε ο Αλέξανδρος, — είπε κάποια στιγμή. — Με παρακαλούσε να τον δεχτώ ξανά.

— Και τι του απαντήσατε; — ρώτησε ο Τάκης.

— Τι να του απαντήσω; Να πάει στον αγύριστο! — ξεφύσηξε η Αγγελική. — Εγώ μεγάλωσα παιδί, όχι έναν τεμπέλη άντρα που περιμένει να τον υπηρετούν. Ας μαζέψει τώρα μόνος του ό,τι άφησε πίσω του.

Και οι τρεις ξέσπασαν σε γέλια. Η ζωή συνεχιζόταν — και ήταν όμορφη. Τουλάχιστον για εκείνους που ήξεραν να εκτιμούν τον άνθρωπο δίπλα τους και τον κόπο που κάνει.

Ψίθυροι Ζωής