— είναι δικός σου τομέας.
— Δηλαδή αρνείσαι να με βοηθήσεις; — τον ρώτησε η Φωτεινή, προσπαθώντας να βεβαιωθεί ότι είχε ακούσει καλά.
— Δεν αρνούμαι τίποτα, — απάντησε εκείνος τραβώντας τις λέξεις με εκνευριστική νωχέλεια. — Απλώς δεν βλέπω γιατί να το κάνω. Ο καθένας έχει τις υποχρεώσεις του. Εσύ δεν ανακατεύεσαι στη δική μου δουλειά, σωστά;
— Αλέξανδρε, αυτό είναι άδικο! — ξέσπασε η Φωτεινή.
— Η ζωή γενικά δεν είναι δίκαιη, — σχολίασε εκείνος με ύφος ανθρώπου που μόλις είχε εκφέρει μεγάλη σοφία, και ξαναβυθίστηκε στην οθόνη του κινητού του.
Εκείνη η κουβέντα κατέληξε σε άγριο καβγά. Η Φωτεινή του φώναζε πως ήταν εγωιστής και τεμπέλης, ενώ ο Αλέξανδρος χαρακτήριζε όλα όσα έλεγε υστερίες και γυναικεία καπρίτσια. Στο τέλος εκείνη έκλεισε με δύναμη την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, κι εκείνος έμεινε να κοιμηθεί στον καναπέ.
Πέρασε μία εβδομάδα από τότε. Η Φωτεινή συνέχισε να κουβαλάει μόνη της το βάρος του σπιτιού, μόνο που κάθε μέρα η αγανάκτησή της μεγάλωνε. Σηκωνόταν στις έξι το πρωί, ετοίμαζε πρωινό, ντυνόταν βιαστικά και έφευγε για τη δουλειά. Γυρνούσε στις επτά το βράδυ, μαγείρευε, συμμάζευε, καθάριζε. Τα Σαββατοκύριακα την περίμεναν μπουγάδες, σιδέρωμα και γενική καθαριότητα. Και μέσα σε όλα αυτά, ο Αλέξανδρος φερόταν σαν άρχοντας σε κτήμα: απαιτούσε το φαγητό στην ώρα του, πουκάμισα πλυμένα, παντελόνια σιδερωμένα.
— Φωτεινή, πού είναι οι γκρι κάλτσες μου; — ακούστηκε μια μέρα η φωνή του από την κρεβατοκάμαρα.
— Στη συρταριέρα, στο δεύτερο συρτάρι! — του απάντησε από την κουζίνα, ανακατεύοντας τη σούπα.
— Δεν είναι εκεί!
— Εκεί είναι, ψάξε καλύτερα!
— Σου λέω, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ! Πάλι τα έχεις ανακατέψει όλα!
Η Φωτεινή άφησε την κουτάλα, πήγε στο υπνοδωμάτιο, άνοιξε το συρτάρι και έβγαλε τις κάλτσες που βρίσκονταν φαρδιά πλατιά στην πάνω-πάνω σειρά. Ο Αλέξανδρος ούτε συγγνώμη δεν μπήκε στον κόπο να πει. Τις άρπαξε απλώς από το χέρι της και άρχισε να ντύνεται.
Ένα βράδυ, ενώ εκείνη έπλενε τα πιάτα μετά το δείπνο κι ο άντρας της, όπως πάντα, ήταν απλωμένος στον καναπέ, κάτι μέσα της ράγισε οριστικά. Κοίταξε τον σωρό από τα λερωμένα πιάτα, τα ρούχα που είχε πετάξει εκείνος δεξιά κι αριστερά, κι ύστερα τον ίδιο τον Αλέξανδρο: χορτάτο, ευχαριστημένο, απόλυτα πεπεισμένο πως όλα λειτουργούσαν όπως έπρεπε.
— Ξέρεις κάτι, Αλέξανδρε; — είπε, σκουπίζοντας τα χέρια της στην πετσέτα της κουζίνας. — Εγώ δεν αντέχω άλλο έτσι.
— Τι έγινε πάλι; — μουρμούρισε εκείνος βαριεστημένα.
— Βαρέθηκα να ζω σαν υπηρέτριά σου, — είπε η Φωτεινή με σταθερή φωνή. — Ή θα αρχίσεις να βοηθάς στο σπίτι ή…
— Ή τι; — την έκοψε ειρωνικά. — Θα φύγεις; Έλα τώρα, Φωτεινή. Και πού θα πας;
— Θα το δεις, — αποκρίθηκε εκείνη αινιγματικά και βγήκε από το δωμάτιο.
Την επόμενη κιόλας μέρα, η Φωτεινή πήρε την απόφασή της. Αφού ο άντρας της θεωρούσε πως το νοικοκυριό ήταν αποκλειστικά δική της ευθύνη, τότε ας δοκίμαζε για λίγο να ζήσει χωρίς αυτή την αόρατη φροντίδα. Σταμάτησε να μαγειρεύει για δύο· έτρωγε κοντά στη δουλειά της. Δεν έπλενε πια τα ρούχα του, δεν σιδέρωνε τα πουκάμισά του, δεν μάζευε πίσω του.
Τις δύο πρώτες μέρες ο Αλέξανδρος βολεύτηκε με σάντουιτς και σχεδόν δεν κατάλαβε την αλλαγή. Την τρίτη, όμως, ξέσπασε:
— Φωτεινή, τι πράγματα είναι αυτά; Γιατί είναι άδειο το ψυγείο;
— Δεν ξέρω, — είπε εκείνη σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους. — Ίσως επειδή κανείς δεν πήγε να αγοράσει τρόφιμα.
— Ε, τότε πήγαινε εσύ!
— Για ποιον λόγο; Εγώ δεν τα χρειάζομαι. Τρώω στη δουλειά.
— Κι εγώ δηλαδή; Να μένω νηστικός;
— Αυτό είναι δικό σου πρόβλημα, Αλέξανδρε. Πήγαινε στο σούπερ μάρκετ και πάρε ό,τι θέλεις.
— Αυτό είναι βασανιστήριο! — ούρλιαξε. — Είναι υποχρέωσή σου!
— Όχι, — απάντησε ήρεμα η Φωτεινή. — Δεν είναι υποχρέωσή μου. Δεν είμαι η οικιακή σου βοηθός. Αν θέλεις να κάνω όλες τις δουλειές του σπιτιού, τότε πλήρωσέ με γι’ αυτές.
Πέρασε ακόμη μία εβδομάδα. Στην αρχή ο Αλέξανδρος προσπάθησε να προκαλέσει τον οίκτο της. Μετά άρχισε τις απειλές. Ύστερα πέρασε στις υποσχέσεις, λέγοντας πως θα το σκεφτόταν και πως ίσως κάτι μπορούσε να αλλάξει. Η Φωτεινή, όμως, δεν υποχωρούσε. Τον έβλεπε να τρέχει μέσα στο σπίτι ψάχνοντας καθαρό πουκάμισο, να παλεύει να σιδερώσει μόνος του το παντελόνι του και να το καίει αφήνοντας τρύπα, να τρώει για μέρες κατεψυγμένα έτοιμα ζυμαρικά, επειδή δεν ήξερε να φτιάξει τίποτε άλλο.
— Φωτεινή, φτάνει πια! — την παρακάλεσε ένα βράδυ. — Σταμάτα αυτή την παράσταση!
— Δεν είναι παράσταση, — του απάντησε κοφτά η Φωτεινή. — Είναι η ζωή. Η πραγματικότητα που ζούσα εγώ τα τελευταία δύο χρόνια. Μόνο που εγώ τα έκανα όλα και για τους δυο μας.
