— Γιατί δεν υπάρχει τίποτα έτοιμο για βραδινό και γιατί δεν πήρες τρόφιμα; — αγανάκτησε ο άντρας της Φωτεινής. — Απεργία κήρυξες;
Η Φωτεινή στεκόταν στη μέση της κουζίνας, γυρίζοντας αργά μέσα στα δάχτυλά της το πιστοποιητικό του γάμου τους. Δύο χρόνια. Μόνο δύο χρόνια είχαν περάσει από τότε που εκείνη και ο Αλέξανδρος στάθηκαν μπροστά στον ληξίαρχο και ορκίστηκαν αιώνια αγάπη. Τότε της φαινόταν πως μπροστά τους απλωνόταν μια ολόκληρη ζωή γεμάτη ευτυχία, συνεννόηση και τρυφερότητα.
— Σε ρωτάω, γιατί δεν έχεις μαγειρέψει και γιατί το ψυγείο είναι άδειο; — επανέλαβε εκείνος θυμωμένος. — Τι είναι αυτό τώρα, στάση εργασίας;
Ο Αλέξανδρος είχε μπει στο διαμέρισμα, όπως κάθε βράδυ, λίγο μετά τις οκτώ. Ήταν ψηλός, ευπαρουσίαστος, τριάντα δύο χρονών, με σκούρα μαλλιά και καστανά μάτια. Δούλευε ως υπεύθυνος πωλήσεων σε μια κατασκευαστική εταιρεία και θεωρούσε τον εαυτό του τον άνθρωπο που «κρατούσε» οικονομικά το σπίτι. Η Φωτεινή, από την άλλη, εργαζόταν στη γραμματεία ενός ιατρικού κέντρου — και ο μισθός της ήταν σχεδόν ίσος με τον δικό του.
— Ναι, Αλέξανδρε, — απάντησε ήρεμα, βάζοντας προσεκτικά το έγγραφο μέσα σε έναν φάκελο. — Απεργία είναι. Και μάλιστα αορίστου χρόνου.

— Τι ΑΝΟΗΣΙΕΣ είναι αυτές; — ξέσπασε εκείνος, πετώντας τον χαρτοφύλακά του στο πάτωμα. — Τρελάθηκες; Η γυναίκα έχει υποχρέωση να φτιάχνει φαγητό στον άντρα της! Είναι ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΔΟΥΛΕΙΑ!
Η Φωτεινή σήκωσε τα πράσινα μάτια της πάνω του. Ήταν είκοσι οκτώ ετών, τα ανοιχτοκάστανα μαλλιά της τα έδενε συνήθως πρόχειρα αλογοουρά, ενώ στο πρόσωπό της δεν υπήρχε ίχνος μακιγιάζ. Πού να βρει χρόνο άλλωστε; Από το πρωί ως το βράδυ έτρεχε σαν να ήταν δεμένη σε αόρατο τροχό.
— Υποχρέωση; — επανέλαβε, κι η φωνή της απέκτησε μια ψυχρή, μεταλλική χροιά. — Και οι δικές σου υποχρεώσεις πού βρίσκονται, Αλέξανδρε; Ή μήπως εσύ δεν έχεις καμία;
— Εγώ φέρνω λεφτά στο σπίτι! — φώναξε. — Εγώ είμαι ο άντρας εδώ μέσα!
— Α, ναι, ο άντρας, — χαμογέλασε πικρά η Φωτεινή. — Ο άντρας που δεν μπορεί να πλύνει ούτε το πιάτο του. Που αφήνει τα ρούχα του πεταμένα από δω κι από κει. Που πιστεύει ότι το πλύσιμο, το σκούπισμα, το μαγείρεμα και το σίδερο είναι αποκλειστικά γυναικεία υπόθεση.
— Γιατί έτσι είναι! — δήλωσε πεισματικά ο Αλέξανδρος. — Ο πατέρας μου δεν έκανε ποτέ δουλειές στο σπίτι. Ούτε ο παππούς μου. Αυτά είναι για τις γυναίκες.
— Ο πατέρας σου ζούσε σε άλλη εποχή, — του πέταξε εκείνη. — Και η μητέρα σου δεν εργαζόταν, έμενε στο σπίτι. Εγώ όμως, αν δεν το έχεις προσέξει, γυρίζω σχεδόν την ίδια ώρα με σένα. Καμιά φορά και πιο αργά.
Όλα είχαν αρχίσει έναν μήνα νωρίτερα. Η Φωτεινή είχε περάσει για λίγο από το σπίτι της φίλης της, της Ειρήνης, που μόλις είχε παντρευτεί τον Δημήτριο. Εκείνο που είδε εκεί άλλαξε εντελώς την εικόνα που είχε στο μυαλό της για τον έγγαμο βίο. Ο Δημήτριος μαγείρευε το δείπνο, όσο η Ειρήνη, που είχε γυρίσει κουρασμένη από τη δουλειά, ξεκουραζόταν. Ύστερα έστρωσαν μαζί το τραπέζι και μαζί μάζεψαν. Κανείς δεν διέταζε κανέναν· απλώς μοιράζονταν όσα έπρεπε να γίνουν.
— Σε εμάς βγήκε κάπως φυσικά, — της είχε εξηγήσει η Ειρήνη, όταν ο Δημήτριος βγήκε για λίγο από την κουζίνα. — Δουλεύουμε και οι δύο, κουραζόμαστε και οι δύο. Θα ήταν παράλογο να φορτώνεται ο ένας τα πάντα.
Από τότε η Φωτεινή άρχισε να το σκέφτεται σοβαρά. Πράγματι, για ποιον λόγο έπρεπε να σηκώνει μόνη της ολόκληρο το βάρος του σπιτιού; Κι εκείνη εργαζόταν πλήρες ωράριο. Κι εκείνη γύριζε εξαντλημένη. Παρ’ όλα αυτά, μόλις περνούσε την πόρτα, ξεκινούσε η δεύτερη βάρδια: κατσαρόλες, ξεσκόνισμα, πλυντήρια, άπλωμα, σίδερο. Ο Αλέξανδρος στο μεταξύ ξάπλωνε στον καναπέ με το κινητό στο χέρι ή κολλούσε μπροστά στην τηλεόραση.
Το ίδιο βράδυ, όταν επέστρεψε στο σπίτι, προσπάθησε να του μιλήσει.
— Αλέξανδρε, — άρχισε προσεκτικά, καθισμένη δίπλα του στον καναπέ. — Μήπως να μοιράζαμε λίγο τις δουλειές του σπιτιού; Καταλαβαίνω ότι κουράζεσαι μετά τη δουλειά, αλλά κουράζομαι κι εγώ. Θα μπορούσαμε ίσως να τα κάνουμε εναλλάξ.
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα από το κινητό του και την κοίταξε σαν να είχε πει το πιο παράλογο πράγμα στον κόσμο.
— Φωτεινή, τι σε έπιασε ξαφνικά; — ρώτησε. — Τι μοίρασμα και τι καθήκοντα; Εγώ έχω μία αποστολή: να βγάζω χρήματα. Εσύ έχεις να κρατάς το σπίτι σε τάξη. Απλό και λογικό.
— Μα δουλεύω κι εγώ! — διαμαρτυρήθηκε εκείνη.
— Και λοιπόν; — ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους ο Αλέξανδρος. — Αυτό είναι δική σου επιλογή. Θέλεις, δουλεύεις· δεν θέλεις, κάθεσαι στο σπίτι. Όσο για τις δουλειές του σπιτιού, εκεί τα πράγματα είναι ξεκάθαρα.
