“Το διαμέρισμα είναι μεγάλο. Από εδώ και πέρα θα μένουν μαζί μας και η μητέρα μου και ο γιος μου” — είπε ο σύζυγός της και εκείνη πάγωσε

Η φαινομενική ευτυχία ήταν υπέροχη κι ανησυχητική.
Ιστορίες

Η Κασσάνδρα όμως τον έκοψε πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη. Δεν είχε πια καμία διάθεση να ακούσει δικαιολογίες.

— Αυτό το διαμέρισμα έμεινε σ’ εμένα από τον προηγούμενο γάμο μου — είπε κοφτά. — Και χωρίς τη δική μου άδεια δεν εγκαθίσταται εδώ κανείς. Κανείς!

Ο Στέφανος έχασε τότε κάθε έλεγχο.

— Εσύ δεν είσαι γυναίκα! — ξέσπασε. — Δεν έχεις μέσα σου ούτε ίχνος μητρικού ενστίκτου! Μια σωστή σύζυγος θα στεκόταν στο πλευρό του άντρα της!

Το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί από την οργή. Η Κασσάνδρα τον κοιτούσε και ένιωθε πως απέναντί της δεν στεκόταν ο άνθρωπος που είχε παντρευτεί, αλλά ένας άγνωστος.

— Τι να σε κάνω, λοιπόν, αν δεν δέχεσαι τον γιο μου; — της πέταξε κατάμουτρα.

Εκείνη τη στιγμή όλα ξεκαθάρισαν μέσα της. Ο Στέφανος είχε αποκρύψει επίτηδες την αλήθεια, για να την παγιδεύσει με έναν γάμο. Δεν ζητούσε γυναίκα. Ζητούσε στέγη, άνεση και μια μητέρα για το παιδί του.

— Κι εγώ τι να σε κάνω; — ρώτησε η Κασσάνδρα παγωμένα. — Να σου επιτρέψω να μου διαλύσεις τη ζωή; Φύγε.

— Έχεις τρελαθεί! — ούρλιαξε εκείνος. — Είμαστε παντρεμένοι!

— Ήμασταν — απάντησε εκείνη χωρίς να χαμηλώσει το βλέμμα. — Μάζεψε τα κουτιά σου και βγες από το σπίτι μου.

— Κασσάνδρα, σταμάτα! — φώναξε ο Στέφανος. — Πρέπει να μιλήσουμε ήρεμα!

— Να μιλήσουμε; — γέλασε νευρικά, σχεδόν υστερικά. — Φυσικά. Αυτό έπρεπε να είχε γίνει πριν από τον γάμο.

Δεν πέρασε πολλή ώρα ώσπου κατάφερε να τον βγάλει έξω από το διαμέρισμα. Τον άνθρωπο που είχε μπει στη ζωή της με ψέματα.

Η πόρτα έκλεισε με δυνατό κρότο. Η Κασσάνδρα γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά και ακούμπησε την πλάτη της πάνω στο ξύλο. Τα γόνατά της λύγισαν. Γλίστρησε αργά προς τα κάτω και κάθισε στο πάτωμα, σαν να είχε αδειάσει από κάθε δύναμη.

Για πολλή ώρα, πίσω από την πόρτα, ακουγόταν η φωνή του. Χτυπούσε, απαιτούσε να του ανοίξει, φώναζε πως δεν είχε δικαίωμα να του φερθεί έτσι. Ύστερα, κάποια στιγμή, όλα σώπασαν.

Η Κασσάνδρα έμεινε εκεί ως το ξημέρωμα, με την πλάτη στην πόρτα και το βλέμμα χαμένο. Ξαναπερνούσε στο μυαλό της κάθε κουβέντα, κάθε βλέμμα, κάθε μικρό σημάδι που είχε αγνοήσει. Ο Στέφανος την είχε χρησιμοποιήσει. Τόσο απλά. Τόσο ψυχρά.

Νωρίς το πρωί, μέσα στο διαμέρισμα εργαζόταν ήδη ο κλειδαράς. Τον είχε καλέσει μέσα στη νύχτα, λίγο αφότου ο Στέφανος είχε φύγει. Ο άντρας τρυπούσε προσεκτικά τις παλιές κλειδαριές και τοποθετούσε καινούριες, με κινήσεις σταθερές και επαγγελματικές.

— Είναι καλής ποιότητας — της εξήγησε, δείχνοντάς της τον μηχανισμό. — Ασφαλείς. Δεν παραβιάζονται εύκολα.

Στο άκουσμα του ασανσέρ η Κασσάνδρα σφίχτηκε. Οι πόρτες άνοιξαν και από μέσα βγήκε η Αντιγόνη, κρατώντας ένα μπουκέτο λουλούδια. Μόλις είδε τον κλειδαρά και τα εργαλεία, πάγωσε.

— Τι γίνεται εδώ; — ξέσπασε, αφήνοντας τα λουλούδια να πέσουν από τα χέρια της. — Κασσάνδρα, τι κάνεις; Αυτό είναι απαράδεκτο! Ο Στέφανος είναι άντρας σου! Είσαι υπερήφανη και θρασεία!

Ο κλειδαράς μάζεψε βιαστικά τα εργαλεία του και κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ. Ήταν φανερό πως δεν ήθελε να βρεθεί μάρτυρας σε οικογενειακό καβγά. Η Κασσάνδρα πήρε στα χέρια της τη νέα αρμαθιά με τα κλειδιά και στράφηκε ήρεμα προς την πεθερά της.

— Ναι, έχω αξιοπρέπεια — είπε, κοιτάζοντας τα γυαλιστερά κλειδιά στην παλάμη της. — Γι’ αυτό και δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να με πατήσει.

— Πώς τολμάς! — συνέχισε να φωνάζει η Αντιγόνη. — Διαλύεις μια οικογένεια! Και το παιδί; Το σκέφτηκες το παιδί;

— Το παιδί έπρεπε να το είχε σκεφτεί ο γιος σας — αποκρίθηκε η Κασσάνδρα ψυχρά.

Μπήκε μέσα στο διαμέρισμα και έκλεισε την πόρτα πίσω της με δύναμη. Μαζί με τις φωνές της Αντιγόνης, έκοψε οριστικά και κάθε δεσμό με εκείνη την οικογένεια.

Ψίθυροι Ζωής