Γύριζε από τη δουλειά, έτρωγε το βραδινό του, άνοιγε την τηλεόραση και καθόταν μπροστά της σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα. Αυτή η ψυχρή αδιαφορία του απέναντι στην ταραχή της έκανε την Κασσάνδρα να νιώθει ακόμη πιο πνιγμένη.
Εκείνο το βράδυ ξέσπασε δυνατή μπόρα. Μέχρι να φτάσει από τη στάση του λεωφορείου ως την πολυκατοικία, τα ρούχα της είχαν κολλήσει επάνω της από τη βροχή. Τα δάχτυλά της έτρεμαν καθώς προσπαθούσε να βάλει το κλειδί στην κλειδαριά.
Μόλις η πόρτα άνοιξε, η Κασσάνδρα έμεινε ακίνητη στο κατώφλι. Στον διάδρομο υπήρχαν κούτες. Πολλές κούτες. Τουλάχιστον δέκα, σε διαφορετικά μεγέθη, μερικές κλεισμένες ακόμη με ταινία.
— Στέφανε! — φώναξε, σπρώχνοντας την πόρτα να κλείσει πίσω της. — Τι είναι όλα αυτά;
Από το δεύτερο υπνοδωμάτιο εμφανίστηκε ο άντρας της κρατώντας ένα κατσαβίδι. Τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα και η μπλούζα του γεμάτη σκόνη.
— Α, γύρισες κιόλας; — είπε, σκουπίζοντας με την παλάμη του τον ιδρώτα από το μέτωπό του. — Πώς πήγε η δουλειά;
— Στέφανε, τι συμβαίνει εδώ; — επέμεινε εκείνη, δείχνοντας τις κούτες.
Εκείνος την κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε γιατί ρωτούσε.
— Η οικογένειά μου θα μετακομίσει εδώ — απάντησε απλά. — Σ’ αυτό το σπίτι. Η μητέρα μου έχει ήδη μαζέψει τα πράγματά της κι εγώ ετοιμάζω το δωμάτιο του Περικλή.
Η Κασσάνδρα παρέμεινε παγωμένη στην είσοδο. Το νερό έσταζε από το βρεγμένο παλτό της στο πάτωμα, όμως ούτε που το πρόσεξε. Όλα γύρω της έμοιαζαν ξαφνικά παράλογα, σαν να μην ανήκαν στην πραγματικότητα.
— Το διαμέρισμα είναι αρκετά μεγάλο — συνέχισε ο Στέφανος, με τον ίδιο τόνο που θα μιλούσε για τον καιρό. — Από εδώ και πέρα η μητέρα μου και ο γιος μου θα μένουν μαζί μας. Το δεύτερο υπνοδωμάτιο θα το πάρει το παιδί, ενώ η μητέρα μου θα βολευτεί στο σαλόνι. Χρειάζονται λίγες αλλαγές στα έπιπλα, αλλά θα τακτοποιηθούν όλα.
Η Κασσάνδρα έβγαλε τα μουσκεμένα παπούτσια της και προχώρησε προς το δεύτερο δωμάτιο. Ο Στέφανος την ακολούθησε. Ο χώρος είχε αλλάξει εντελώς: καινούρια ράφια είχαν τοποθετηθεί στον τοίχο, το γραφείο της είχε σπρωχτεί σε μια γωνία, ενώ το κρεβάτι είχε λυθεί και απομακρυνθεί.
— Και ποιος αποφάσισε ότι έπρεπε να γίνει αυτή η μετακόμιση; — ρώτησε, κοιτάζοντας γύρω της τις αλλαγές.
Ο Στέφανος χαμογέλασε αμήχανα και άφησε το κατσαβίδι στο περβάζι.
— Η μητέρα μου μεγάλωσε πια, δεν μπορεί να φροντίζει μόνη της το παιδί — εξήγησε αδιάφορα. — Χρειάζεται βοήθεια.
— Βοήθεια; — επανέλαβε η Κασσάνδρα.
— Ναι. Εσύ θα μαγειρεύεις και θα κρατάς το σπίτι καθαρό, κι εκείνη θα προσέχει τον γιο μου — είπε εκείνος, σαν να παρουσίαζε την πιο λογική λύση. — Και το παιδί έχει ανάγκη από μια γυναικεία, μητρική παρουσία. Αυτό θα είσαι εσύ γι’ αυτόν.
Η Κασσάνδρα γύρισε απότομα και πήγε στην κουζίνα. Τα χέρια της έτρεμαν όταν γέμισε ένα ποτήρι νερό.
— Δηλαδή ο γιος σου θα έρθει να μείνει κι αυτός εδώ; — ρώτησε, αφήνοντας το ποτήρι πάνω στο τραπέζι.
Ο Στέφανος ανασήκωσε τα φρύδια, πραγματικά απορημένος.
— Μα είναι παιδί μου. Σχεδόν παιδί μας — είπε, σαν να της εξηγούσε κάτι αυτονόητο.
Τότε η Κασσάνδρα δεν άντεξε άλλο. Όσα είχαν μαζευτεί μέσα της τις τελευταίες εβδομάδες ξέσπασαν μονομιάς.
— Εγώ δεν ήξερα καν ότι υπάρχει αυτό το παιδί! — φώναξε. — Δεν συμφώνησα ποτέ να μεγαλώσω έναν ξένο γιο! Αυτή τη στιγμή δεν θέλω ούτε δικό μου παιδί, πόσο μάλλον κάποιου άλλου!
Ο Στέφανος άνοιξε το στόμα του και έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, έτοιμος να απαντήσει.
