“Το διαμέρισμα είναι μεγάλο. Από εδώ και πέρα θα μένουν μαζί μας και η μητέρα μου και ο γιος μου” — είπε ο σύζυγός της και εκείνη πάγωσε

Η φαινομενική ευτυχία ήταν υπέροχη κι ανησυχητική.
Ιστορίες

και μέσα της χαιρόταν που ανήκε σε μια τόσο δεμένη οικογένεια. Ξαφνικά, όμως, η έκφραση της Αντιγόνης σκοτείνιασε.

— Στέφανε, — είπε η πεθερά, αφήνοντας προσεκτικά το πιρούνι στην άκρη του πιάτου της. — Νομίζω πως ήρθε η ώρα να πεις κάτι στην Κασσάνδρα.

Η Κασσάνδρα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Ο Στέφανος απέφυγε το βλέμμα της και άρχισε να τρίβει αμήχανα τις παλάμες του.

— Κασσάνδρα, αγάπη μου, — ξεκίνησε χαμηλόφωνα. — Έχω έναν γιο. Είναι εννιά χρονών και τον λένε Περικλή.

Εκείνη τινάχτηκε σαν να την είχε διαπεράσει ρεύμα. Για μια στιγμή, όλα γύρω της έμοιασαν να παγώνουν. Ο Στέφανος συνέχιζε να μιλά, μα οι λέξεις του έφταναν στ’ αυτιά της θολές, σαν μέσα από νερό.

— Ήμουν παντρεμένος παλιότερα, αλλά η γυναίκα μου έφυγε σχεδόν αμέσως μετά το διαζύγιο, — είπε, με τη φωνή του να τρέμει ανεπαίσθητα. — Ο Περικλής μένει με τη μητέρα μου εδώ και τρία χρόνια.

— Κασσάνδρα μου, — παρενέβη η Αντιγόνη με γλυκύτητα. — Ένα παιδί δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην αληθινή αγάπη. Αν αγαπάς πραγματικά τον Στέφανο, τότε αυτή η πληροφορία δεν αλλάζει τίποτα, σωστά;

Η Κασσάνδρα τους κοίταζε, ανίκανη να αρθρώσει λέξη. Ο Στέφανος δεν της είχε μιλήσει ποτέ για παιδί. Ούτε μία φορά, σε όλο το διάστημα της σχέσης τους.

— Έχεις χλομιάσει, κορίτσι μου, — παρατήρησε η Αντιγόνη. — Πιες λίγο νερό.

Μηχανικά, η Κασσάνδρα άπλωσε το χέρι και έπιασε το ποτήρι. Στο μυαλό της οι σκέψεις στροβιλίζονταν άγρια. Εννιά χρονών. Το παιδί ήταν εννιά χρονών. Κι ο Στέφανος είχε καταφέρει να της κρύψει την ύπαρξη του ίδιου του του γιου.

— Ο Περικλής είναι πολύ καλό παιδί, — συνέχισε η πεθερά με ήρεμο τόνο. — Έξυπνος, ευγενικός, καλοαναθρεμμένος. Θα τον αγαπήσεις, μικρή μου.

Η Κασσάνδρα σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα. Η φωνή της βγήκε μόλις ακουστή.

— Χρειάζομαι λίγο χρόνο να σκεφτώ.

Ο Στέφανος έκανε να της πιάσει το χέρι, όμως εκείνη τραβήχτηκε πίσω και βγήκε από την κουζίνα.

Η Αντιγόνη έφυγε νωρίς εκείνο το βράδυ. Ο Στέφανος, από την πλευρά του, απέφευγε προσεκτικά τη γυναίκα του.

Τρεις ολόκληρες μέρες η Κασσάνδρα γύριζε ξανά και ξανά στο μυαλό της όσα είχε ακούσει. Ο Στέφανος φερόταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα: έκανε αστεία στο πρωινό, μιλούσε για τη δουλειά του, σχολίαζε ασήμαντα πράγματα. Εκείνη όμως καταλάβαινε πως την παρατηρούσε κρυφά.

— Στέφανε, — είπε κάποια στιγμή, αφήνοντας το φλιτζάνι του καφέ στο τραπέζι. — Γιατί δεν μου το είπες;

Εκείνος χαμογέλασε αμήχανα και ανασήκωσε τους ώμους.

— Δεν είναι όλες οι γυναίκες πρόθυμες να παντρευτούν έναν άντρα που έχει παιδί από προηγούμενο γάμο, — απάντησε με εκνευριστική ηρεμία. — Πόσο μάλλον όταν το παιδί δεν ζει καν μαζί τους.

Η Κασσάνδρα συνοφρυώθηκε. Η αδιαφορία στη φωνή του την πλήγωσε ακόμη περισσότερο.

— Και πώς ακριβώς χτίζεται εμπιστοσύνη μέσα σε μια οικογένεια, όταν κρύβεις κάτι τόσο σημαντικό;

Ο Στέφανος ανασήκωσε πάλι τους ώμους και δάγκωσε μια μπουκιά από το σάντουίτς του.

— Δεν βλέπω πού είναι το πρόβλημα. Τώρα το ξέρεις.

Η Κασσάνδρα τον κοίταξε και τότε κατάλαβε. Πραγματικά δεν θεωρούσε πως είχε κάνει κάτι κακό. Αυτή η συνειδητοποίηση τη σόκαρε περισσότερο κι από την ίδια την είδηση για το παιδί.

Πέρασαν ακόμη τρεις εβδομάδες. Η Κασσάνδρα έπιανε όλο και συχνότερα τον εαυτό της να βλέπει τον άντρα της με άλλα μάτια. Η εμπιστοσύνη που είχε χτιστεί με τόση δυσκολία μέσα στους προηγούμενους μήνες είχε γκρεμιστεί μονομιάς. Κάθε του κουβέντα πλέον γεννούσε υποψίες. Τι άλλο δεν της είχε αποκαλύψει;

Ο Στέφανος, αντίθετα, συνέχιζε να κινείται μέσα στη συνηθισμένη του καθημερινότητα.

Ψίθυροι Ζωής