“Την Κυριακή μην κανονίσεις τίποτα” — έγραψε η Χρυσούλα στο σημείωμα, αναγκάζοντας τη Γεωργία να ακυρώσει τα σχέδιά της

Προκλητικά ανελέητο, αφήνει σπασμένα όνειρα πίσω.
Ιστορίες

— Γεωργία, μη στήνεις σκηνές.

— Δεν κάνω καμία σκηνή. Ρωτάω πολύ συγκεκριμένα. Δείξτε μου το σημείο όπου συμφώνησα να αγοράσω τρόφιμα, να ετοιμάσω τραπέζι για οκτώ άτομα, να αδειάσω το ψυγείο και να παραχωρήσω ολόκληρη την Κυριακή μου.

— Η Αναστασία χρειάζεται βοήθεια αύριο.

— Για τη μετακόμισή της το έμαθα από το χαρτάκι σας.

— Ε, τώρα το ξέρεις.

Η Γεωργία έσπρωξε το σημείωμα προς το μέρος της πεθεράς της.

— Αύριο έχω κανονίσει.

— Τι έχεις κανονίσει;

— Κάτι που δεν αφορά τη μετακόμιση της Αναστασίας.

— Είναι μόνη της με παιδί!

— Έχει αδελφό. Έχει φίλους. Υπάρχει και ο πατέρας του παιδιού, που συμμετέχει στη ζωή του Μιχαήλ. Και, αν χρειαστεί, μπορεί να πληρώσει ανθρώπους για τη μεταφορά.

— Οι μεταφορείς κοστίζουν.

— Τότε η Αναστασία θα αποφασίσει τι τη συμφέρει περισσότερο: να πληρώσει ή να συνεννοηθεί με κάποιον που όντως μπορεί.

Η Χρυσούλα πήρε μια βαθιά ανάσα, έτοιμη να απαντήσει, όμως η Γεωργία δεν της άφησε περιθώριο.

— Παντρεύτηκα τον γιο σας. Δεν προσλήφθηκα ως δωρεάν προσωπικό εξυπηρέτησης για όλη την οικογένειά σας.

Η κουζίνα βυθίστηκε σε μια βαριά σιωπή.

Η Γεωργία ακούμπησε ξανά με το δάχτυλο το χαρτί.

— Λοιπόν, πείτε μου σε ποια στιγμή αποφασίστηκε ότι αυτή τη λίστα είμαι υποχρεωμένη να την εκτελέσω εγώ.

Εκείνη ακριβώς την ώρα άνοιξε η εξώπορτα.

Ο Λεωνίδας γύρισε από το σούπερ μάρκετ κρατώντας δύο σακούλες και κατάλαβε σχεδόν αμέσως πως είχε μπει στη μέση μιας σύγκρουσης.

— Τι έγινε εδώ;

Η Χρυσούλα στράφηκε αμέσως προς το μέρος του.

— Ρώτα τη γυναίκα σου! Μια φορά της ζήτησα να βοηθήσει και έκανε ολόκληρο θέατρο.

Η Γεωργία γέλασε σύντομα, χωρίς χαρά.

— Μια φορά;

— Μην πιάνεσαι από τις λέξεις!

Ο Λεωνίδας άφησε τις σακούλες πάνω στον πάγκο.

— Ας μιλήσουμε ήρεμα.

— Εγώ είμαι απολύτως ήρεμη, — είπε η Γεωργία. — Η μητέρα σου κάλεσε εδώ οκτώ άτομα και μου άφησε λίστα με το τι πρέπει να μαγειρέψω. Για αύριο με όρισε βοηθό στη μετακόμιση της Αναστασίας. Εγώ είπα όχι.

— Μα οι καλεσμένοι έχουν ήδη ξεκινήσει, — είπε διστακτικά ο Λεωνίδας. — Ίσως σήμερα απλώς…

Η Γεωργία τον κοίταξε κατάματα.

Εκείνος σταμάτησε στη μέση της φράσης.

— Απλώς τι;

— Ε… αφού μαζεύεται κόσμος.

— Υπέροχα. Τα ψώνια τα έφερες.

— Αυτά είναι για εμάς.

— Το μαγαζί είναι δίπλα. Θα ξαναπάς, θα αγοράσεις ό,τι χρειάζεται και θα ετοιμάσεις φαγητό για τους συγγενείς σου.

Ο Λεωνίδας συνοφρυώθηκε.

— Γιατί εγώ;

— Και γιατί εγώ;

Η Χρυσούλα μπήκε ανάμεσά τους.

— Ο Λεωνίδας δούλευε όλη την εβδομάδα. Πρέπει να ξεκουραστεί.

Η Γεωργία έγνεψε καταφατικά.

— Πολύ καλά. Τότε αύριο θα ξεκουραστεί στην Αναστασία. Θα κουβαλήσει κούτες, θα μεταφέρει πράγματα, θα κρεμάσει ράφια. Όπως ακριβώς το οργανώσατε.

— Εγώ αύριο ήθελα να μείνω σπίτι, — είπε αμέσως ο Λεωνίδας.

Η Γεωργία δεν πήρε το βλέμμα της από πάνω του.

— Κι εγώ αύριο ήθελα να πάω με τη Σοφία εκτός πόλης. Το έχουμε κανονίσει εδώ και δύο εβδομάδες.

— Δεν το ήξερα.

— Φυσικά. Γιατί κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ρωτήσει αν έχω σχέδια.

Ο Λεωνίδας πέρασε το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του.

— Εντάξει, αλλά η μετακόμιση της Αναστασίας…

— Είναι αδελφή σου. Εσύ είσαι διαθέσιμος. Βοήθησέ τη.

— Είμαι λιώμα από τη δουλειά.

Η Γεωργία άνοιξε ελαφρά τα χέρια.

— Κι εγώ δουλεύω πέντε μέρες την εβδομάδα. Εξήγησέ μου, λοιπόν, γιατί το δικό σου ρεπό αξίζει περισσότερο από το δικό μου.

Απάντηση δεν ήρθε.

Η Χρυσούλα έκανε άλλη μία προσπάθεια να επαναφέρει την παλιά τάξη των πραγμάτων.

— Ωραία, αρκετά με τους καβγάδες. Ο Λεωνίδας θα πάει να πάρει τα ψώνια και η Γεωργία στο μεταξύ θα αρχίσει το μαγείρεμα.

— Όχι, — είπε η Γεωργία.

— Μα τι έχεις πάθει σήμερα;

— Τίποτα δεν έχω πάθει. Απλώς σήμερα είναι η πρώτη φορά που ακούτε το «όχι» μου από την αρχή.

Στις έντεκα και μισή έφτασαν οι πρώτοι καλεσμένοι: η θεία του Λεωνίδα, η Μαρίνα, μαζί με τον άντρα της.

Λίγο αργότερα εμφανίστηκε και η Αναστασία με τον Μιχαήλ.

Στην κουζίνα, όμως, γιορτινό τραπέζι δεν υπήρχε ακόμη.

Η Αναστασία κοίταξε απορημένη τον άδειο πάγκο.

— Μήπως ήρθαμε νωρίς;

— Όχι, — απάντησε η Γεωργία. — Απλώς σήμερα μαγειρεύουν όλοι όσοι σκοπεύουν να φάνε.

— Δηλαδή;

Η Χρυσούλα έκανε ένα κοφτό, ενοχλημένο νεύμα με το χέρι.

— Άσ’ το, μη ρωτάς.

Μέχρι τότε ο Λεωνίδας είχε πάει για δεύτερη φορά στο σούπερ μάρκετ. Άδειασε πάνω στο τραπέζι κρέας, λαχανικά, μυρωδικά, τυρί και όλα τα υπόλοιπα.

Η Γεωργία πήρε ένα μήλο και βγήκε στο μπαλκόνι με το βιβλίο της.

Ύστερα από λίγα λεπτά, ο άντρας της πρόβαλε στην μπαλκονόπορτα.

— Σοβαρά τώρα, δεν θα βοηθήσεις καθόλου;

— Σοβαρότατα.

— Η μαμά είναι έξαλλη.

— Ξέρει να χρησιμοποιεί μαχαίρι και κουζίνα.

— Η Αναστασία έχει τον Μιχαήλ.

— Ο Μιχαήλ είναι έξι χρονών, όχι έξι μηνών. Και η Αναστασία μπορεί μια χαρά να φτιάξει φαγητό.

Ο Λεωνίδας έμεινε εκεί για μερικά δευτερόλεπτα και μετά επέστρεψε στην κουζίνα.

Σε λίγο ακούστηκε η φωνή του:

— Μαμά, πού είναι το μεγάλο μπολ;

— Πού να ξέρω; Δική μου κουζίνα είναι;

Η Γεωργία χαμογέλασε άθελά της.

Πέντε λεπτά αργότερα ρώτησε η Αναστασία:

— Λεωνίδα, τις πατάτες να τις καθαρίσω όλες;

— Εγώ πού να ξέρω;

— Η Γεωργία συνήθως πόσες κάνει;

— Ρώτα τη Γεωργία.

— Να μη ρωτήσει κανείς τη Γεωργία! — είπε ξαφνικά η Χρυσούλα, πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν.

Μετά από αυτό, οι ερωτήσεις λιγόστεψαν.

Το μεσημεριανό, τελικά, έγινε.

Μόνο που το ετοίμασαν έξι ενήλικες.

Ο Λεωνίδας ανέλαβε το κρέας. Η Αναστασία έκοβε λαχανικά. Η Μαρίνα τακτοποιούσε τα ορεκτικά. Ο άντρας της έβγαλε στο μπαλκόνι τις περιττές συσκευασίες και έφερε επιπλέον καρέκλες. Η Χρυσούλα προσπάθησε αρκετές φορές να δίνει οδηγίες σε όλους ταυτόχρονα, αλλά σύντομα ανακάλυψε πως το να διατάζεις είναι πολύ πιο δύσκολο όταν πρέπει να συμμετέχεις κι εσύ.

Η Γεωργία κάθισε κι εκείνη στο τραπέζι όταν όλα ήταν έτοιμα.

Κανείς δεν έπαθε τίποτα επειδή εκείνη δεν πέρασε ολόκληρο το πρωινό πάνω από τις κατσαρόλες.

Το φαγητό βγήκε μια χαρά.

Μετά το γεύμα, η Γεωργία πήρε ήρεμα το πιάτο της, το πήγε στην κουζίνα και άφησε τα μαχαιροπίρουνα στον νεροχύτη.

Οι υπόλοιποι έμειναν για λίγο καθισμένοι.

Ύστερα ο Λεωνίδας σηκώθηκε πρώτος για να μαζέψει.

Η Μαρίνα τον ακολούθησε.

Σε δέκα λεπτά, η κουζίνα είχε τακτοποιηθεί από αρκετά ζευγάρια χέρια.

Η Γεωργία δεν χρειάστηκε καν να ανακατευτεί.

Στο μεταξύ, η Αναστασία την πλησίασε κρατώντας το κινητό της.

— Αύριο δεν μπορείς με τίποτα;

— Με τίποτα.

— Είναι πολλές οι κούτες, γι’ αυτό.

— Τότε πάρε τον Λεωνίδα.

Ο αδελφός της γύρισε ακαριαία το κεφάλι.

— Αναστασία…

Εκείνη τον κοίταξε και χαμογέλασε στραβά.

— Κατάλαβα ήδη.

Λίγα λεπτά αργότερα, η Αναστασία πήγε σε άλλο δωμάτιο και τηλεφώνησε σε κάποιον. Αποδείχθηκε πως δύο γνωστοί της δέχτηκαν να έρθουν το πρωί για να βοηθήσουν με τα βαριά πράγματα. Για τα υπόλοιπα αποφάσισε να κλείσει ένα μικρό φορτηγάκι με μεταφορείς για δύο ώρες.

Το ζήτημα που μέχρι χθες απαιτούσε οπωσδήποτε την παρουσία της Γεωργίας λύθηκε μέσα σε περίπου δεκαπέντε λεπτά.

Το πρωί της Κυριακής, η Γεωργία έφυγε με τη Σοφία εκτός πόλης.

Ο Λεωνίδας έμεινε στο σπίτι.

Δεν κουβάλησε καμία κούτα, επειδή η Αναστασία πράγματι τα κατάφερε χωρίς κανέναν από τους δυο τους.

Το βράδυ η Γεωργία γύρισε μαυρισμένη από τον ήλιο, κουρασμένη από τη μεγάλη βόλτα και ευχαριστημένη με τη μέρα της.

Ο Λεωνίδας την υποδέχτηκε χωρίς παράπονα.

Όμως ήδη από τη Δευτέρα άρχισε η επόμενη δοκιμή των νέων ορίων.

Γύρω στις πέντε, η Χρυσούλα τηλεφώνησε στη Γεωργία.

— Αύριο πρέπει να πάω να παραλάβω μια παραγγελία. Θα περάσεις μετά τη δουλειά να με πας;

— Δεν μπορώ.

— Και πότε μπορείς;

— Καλέστε τον Λεωνίδα. Ίσως να είναι ελεύθερος.

Η πεθερά σώπασε για λίγο.

— Δεν μπορείς να του το πεις εσύ;

— Η δική σας μετακίνηση είναι.

Η συνομιλία τελείωσε γρήγορα.

Μερικά λεπτά αργότερα χτύπησε το τηλέφωνο του Λεωνίδα.

Ήταν δίπλα της και στην αρχή κοίταξε τη γυναίκα του με απορία.

— Η μαμά θέλει να την πάω κάπου.

— Πολύ ωραία.

— Εγώ αύριο σκόπευα να γυρίσω σπίτι μετά τη δουλειά.

Η Γεωργία δεν απάντησε.

Ο Λεωνίδας στάθηκε για λίγο ακίνητος κι έπειτα πήγε στο άλλο δωμάτιο για να μιλήσει.

Την Τρίτη, πράγματι, πέρασε και πήρε τη μητέρα του.

Επέστρεψε πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως.

— Πρώτα παραλάβαμε την παραγγελία, μετά ήθελε να περάσουμε από ένα κατάστημα με είδη σπιτιού και ύστερα χρειάστηκε να πάμε και σε μια γνωστή της, — ανέφερε ο Λεωνίδας.

Ψίθυροι Ζωής