“Την Κυριακή μην κανονίσεις τίποτα” — έγραψε η Χρυσούλα στο σημείωμα, αναγκάζοντας τη Γεωργία να ακυρώσει τα σχέδιά της

Προκλητικά ανελέητο, αφήνει σπασμένα όνειρα πίσω.
Ιστορίες

Η Χρυσούλα, από την άλλη, προστάτευε τον γιο της με μια αξιοθαύμαστη συνέπεια.

Αν ο Λεωνίδας γύριζε αργά στο σπίτι, εκείνη έλεγε αμέσως:

— Γεωργία, φρόντισέ τον να φάει κάτι της προκοπής. Ο άνθρωπος δούλευε όλη μέρα.

Σε τέτοιες στιγμές η Γεωργία την κοιτούσε σιωπηλή και προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς πίστευε η πεθερά της ότι έκανε η ίδια από το πρωί μέχρι το βράδυ.

Όταν η οικογένεια χρειαζόταν να πάει κάπου, η Χρυσούλα μπορούσε χωρίς δεύτερη σκέψη να πει:

— Τον Λεωνίδα μην τον ενοχλείτε. Αφήστε τον να κοιμηθεί λίγο.

Κι αν ύστερα από οικογενειακό τραπέζι έπρεπε να μαζευτούν πιάτα, ποτήρια και κατσαρόλες, ακουγόταν πάλι η ίδια λογική:

— Ο Χρήστος και ο Αλέξανδρος ας ξεκουραστούν. Όλη την εβδομάδα δουλεύουν.

Το ότι η Γεωργία είχε περάσει την ίδια ακριβώς εβδομάδα στη δουλειά, μυστηριωδώς, δεν το θυμόταν κανείς.

Μια φορά δεν άντεξε και ρώτησε ευθέως τον άντρα της:

— Έχεις προσέξει ότι η μητέρα σου αντιμετωπίζει τη δική σου δουλειά σαν κανονική εργασία, ενώ τη δική μου σαν να είναι κάποιο χόμπι που κάνω για να περνάει η ώρα;

— Έλα τώρα, υπερβάλλεις.

— Το προηγούμενο Σάββατο είπε να ξεκουραστείς εσύ από την εβδομάδα και έστειλε εμένα με την Αναστασία να αγοράσουμε ντουλάπα.

— Μα εσύ δέχτηκες.

— Δέχτηκα επειδή η Αναστασία είπε ότι είχε ήδη κανονίσει τη μεταφορά και χρειαζόταν επειγόντως βοήθεια.

— Ε, ορίστε. Βοήθησες την αδελφή μου.

Η Γεωργία τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και δεν συνέχισε.

Ο Λεωνίδας πραγματικά δεν έβλεπε πού υπήρχε πρόβλημα.

Όταν ένα πρόβλημα σε εξυπηρετεί, είναι πολύ δύσκολο να το αναγνωρίσεις ως πρόβλημα.

Εκείνο το καλοκαίρι οι συγγενείς είχαν βολευτεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Ο Ιούνιος άρχισε με την απόφαση της Χρυσούλας να γιορτάσει τα γενέθλιά της στο σπίτι.

— Γεωργία, την Παρασκευή φρόντισε να φύγεις νωρίτερα από τη δουλειά, — της ανακοίνωσε μερικές μέρες πριν. — Θα με βοηθήσεις με τις ετοιμασίες.

— Δεν μπορώ να φύγω νωρίτερα απλώς επειδή χρειάζεται.

— Τότε έλα κατευθείαν μόλις σχολάσεις.

Και η Γεωργία πήγε.

Έκοψε υλικά, βοήθησε στο φαγητό, έστρωσε το τραπέζι. Την επόμενη μέρα βρέθηκε ξανά στην κουζίνα, ενώ οι υπόλοιποι σχολίαζαν φωτογραφίες και έπιναν καφέ.

Τον Ιούλιο η πεθερά της φιλοξένησε δύο φορές συγγενείς από άλλη πόλη. Την πρώτη φορά η Γεωργία πήγε να τους παραλάβει από τον σταθμό, επειδή ο Λεωνίδας ήταν απασχολημένος. Τη δεύτερη φορά αγόρασε τα ψώνια και πέρασε σχεδόν ολόκληρο το βράδυ μπροστά στην κουζίνα.

Μέσα σε δύο μήνες είχε πάρει αρκετές φορές και τον Μιχαήλ από τα μαθήματά του.

Η Αναστασία κάθε φορά υποσχόταν ότι θα ερχόταν «σε λίγο».

Μια μέρα αυτό το «σε λίγο» κράτησε σχεδόν τρεις ώρες.

Η Γεωργία κάθισε με το παιδί σε ένα καφέ κοντά στο κέντρο δραστηριοτήτων, ύστερα τον πήγε στο σπίτι της, τον τάισε, του έβαλε κινούμενα σχέδια και περίμενε την Αναστασία, που εμφανίστηκε λίγο πριν από τις εννιά.

— Χίλια ευχαριστώ! — είπε εκείνη, φιλώντας τον γιο της στο κεφάλι. — Με έσωσες πραγματικά.

Τέσσερις μέρες αργότερα τηλεφώνησε ξανά:

— Την Πέμπτη μπορείς να πάρεις τον Μιχαήλ;

Ούτε ρώτησε αν η Γεωργία είχε κανονίσει κάτι ούτε μπήκε στον κόπο να εξηγήσει γιατί.

Στα τέλη Ιουλίου η Αναστασία αποφάσισε να ετοιμάσει το παλιό της διαμέρισμα για ενοικίαση. Είχε πρόσφατα μετακομίσει με τον γιο της σε μεγαλύτερο σπίτι και σκόπευε να νοικιάσει την προηγούμενη γκαρσονιέρα της.

Με κάποιον τρόπο, η Γεωργία βρέθηκε και πάλι μέσα στη διαδικασία.

Στην αρχή η Αναστασία τής ζήτησε να περάσει «μόνο για να ρίξει μια ματιά τι πρέπει να πεταχτεί».

Μία ώρα αργότερα, η Γεωργία ξεχώριζε ήδη πράγματα μέσα σε μια ντουλάπα.

Μετά βοήθησε να μπουν τα βιβλία σε κούτες.

Λίγες μέρες μετά, καθάριζε μαζί με την Αναστασία τα ντουλάπια της κουζίνας, αφού εκείνη είχε ανακαλύψει μέσα παλιά βάζα και ξεχασμένες συσκευασίες.

Ο Λεωνίδας εκείνη την ώρα ήταν στο σπίτι.

— Γιατί δεν φώναξες τον αδελφό σου; — ρώτησε η Γεωργία.

Η Αναστασία την κοίταξε απορημένη.

— Και γιατί να τον φωνάξω; Είναι κουρασμένος.

Τότε η Γεωργία γέλασε.

Η Αναστασία δεν κατάλαβε καν τον λόγο.

Μέχρι να μπει ο Αύγουστος, η Γεωργία άρχισε να λέει «όχι» συχνότερα.

Η αντίδραση της Χρυσούλας ήταν απολύτως αναμενόμενη.

— Τώρα πια όλοι κοιτάζουν μόνο τον εαυτό τους, — μονολογούσε στο τηλέφωνο μετά από μία ακόμη άρνηση. — Παλιά οι συγγενείς βοηθούσαν ο ένας τον άλλον χωρίς πολλά λόγια.

— Κι εγώ βοηθάω χωρίς πολλά λόγια, όταν μπορώ.

— Και τώρα τι σε εμποδίζει;

— Έχω δικά μου σχέδια.

— Τι σχέδια μπορεί να έχει κανείς Τετάρτη βράδυ;

Η Γεωργία απομάκρυνε το κινητό από το αυτί της και κοίταξε την οθόνη.

Η πεθερά της, ολοφάνερα, θεωρούσε πως ο ελεύθερος χρόνος της νύφης της ανήκε αυτομάτως σε όποιον τον χρειαζόταν πρώτος.

— Δικά μου, Χρυσούλα.

— Μάλιστα.

Εκείνο το «μάλιστα» ακουγόταν χειρότερο από μισάωρο κήρυγμα.

Μετά από μια τέτοια συζήτηση, η Χρυσούλα μπορούσε να πάρει τηλέφωνο τον γιο της.

— Η Γεωργία σήμερα είναι κάπως νευρική.

Και το ίδιο βράδυ ο Λεωνίδας ξεκινούσε:

— Η μαμά σου ζήτησε απλώς να περάσεις μια στιγμή…

— Τότε γιατί δεν πέρασες εσύ;

— Είχα δουλειές.

— Κι εγώ είχα.

— Καλά τώρα, γιατί το παίρνεις έτσι αμέσως;

Έτσι συνέχιζαν τα πράγματα μέχρι εκείνη την Παρασκευή, όταν αντί για τηλεφώνημα εμφανίστηκε ένα σημείωμα.

Το είχε αφήσει η Χρυσούλα μέσα στη μέρα. Είχε εφεδρικό κλειδί, επειδή πριν από μερικούς μήνες το ζευγάρι τής είχε ζητήσει να ανοίξει στον υδραυλικό. Μετά από εκείνη τη φορά, το κλειδί είχε μείνει στα χέρια της.

Η Γεωργία σκέφτηκε για πρώτη φορά σοβαρά ότι έπρεπε να το πάρουν πίσω.

Άλλο πράγμα να ανοίξει κάποιος την πόρτα σε μια ανάγκη.

Και εντελώς διαφορετικό να μπαίνει στο σπίτι όσο λείπουν οι ιδιοκτήτες και να αφήνει στη νύφη του πρόγραμμα εργασιών για το Σαββατοκύριακο.

Το Σάββατο η Γεωργία ξύπνησε γύρω στις εννιά.

Το προηγούμενο βράδυ δεν είχε αγοράσει κανένα τρόφιμο.

Δεν είχε αδειάσει το ψυγείο.

Αντί να αρχίσει να μαγειρεύει με το που σηκώθηκε, έφαγε ήρεμα πρωινό, έκανε ντους και έβαλε πλυντήριο.

Ο Λεωνίδας πήγε στο σούπερ μάρκετ για να πάρει μερικά πράγματα για τους δυο τους.

Γύρω στις δέκα χτύπησε το κουδούνι.

Η Γεωργία κοίταξε από το ματάκι.

Ήταν η Χρυσούλα.

Αυτή τη φορά χτυπούσε κανονικά, επειδή η Γεωργία είχε γράψει το προηγούμενο βράδυ στον Λεωνίδα ότι το εφεδρικό κλειδί έπρεπε να επιστραφεί. Ο άντρας της στην αρχή απόρησε, όμως δεν επέμεινε και τηλεφώνησε στη μητέρα του. Εκείνη διαμαρτυρήθηκε για περίπου δέκα λεπτά, αλλά τελικά υποσχέθηκε να το φέρει το πρωί.

Η Γεωργία άνοιξε.

Η πεθερά της μπήκε κρατώντας μια μεγάλη τσάντα και κατευθύνθηκε αμέσως προς την κουζίνα.

Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα, ακούστηκε η φωνή της:

— Γεωργία!

— Τι έγινε;

— Πού είναι τα ψώνια;

Η Γεωργία πήγε πίσω της.

Η Χρυσούλα στεκόταν μπροστά στο ανοιχτό ψυγείο.

— Ποια ψώνια;

— Με κοροϊδεύεις; Χθες σου άφησα λίστα.

— Την είδα.

— Τότε πού είναι όλα;

— Στο κατάστημα.

Η πεθερά έκλεισε απότομα την πόρτα του ψυγείου.

— Σε τρεις ώρες έρχονται οι άνθρωποι!

— Έχετε ακόμη χρόνο.

— Εγώ έχω;

— Εσείς τους καλέσατε.

Η Χρυσούλα έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα να κοιτάζει τη νύφη της, σαν να περίμενε πως εκείνη θα χαμογελούσε και θα έβγαζε από κάπου κρυμμένες σακούλες.

Η Γεωργία γέμισε ήρεμα ένα ποτήρι νερό.

— Εγώ δεν κάλεσα κανέναν σήμερα και δεν σχεδίασα γεύμα για οκτώ άτομα.

— Γεωργία, οι συγγενείς έχουν ήδη αρχίσει να ετοιμάζονται!

— Τότε ενημερώστε τους ότι προς το παρόν δεν υπάρχει φαγητό.

— Τι θα πει «προς το παρόν δεν υπάρχει»;

— Αυτό ακριβώς που ακούσατε.

Η Χρυσούλα άφησε την τσάντα σε μια καρέκλα και ακούμπησε τα χέρια στη μέση.

— Και χθες τι έκανες;

— Μετά τη δουλειά;

— Φυσικά.

— Ξεκουράστηκα.

— Αντί να πας να πάρεις τα ψώνια;

— Ναι.

Το πρόσωπο της Χρυσούλας γέμισε κόκκινες κηλίδες.

— Υπέροχα. Ο Λεωνίδας δουλεύει όλη την εβδομάδα, γυρίζει εξαντλημένος, τουλάχιστον το Σαββατοκύριακο να καθίσει σαν άνθρωπος με τους δικούς του. Κι εσύ δεν μπορείς να φτιάξεις ούτε ένα γεύμα!

Η Γεωργία την παρατηρούσε με ολοένα μεγαλύτερη απορία.

— Κι εγώ πού βρίσκομαι από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή;

— Τι σχέση έχεις εσύ τώρα;

— Πράγματι, πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση.

— Μην αλλάζεις το νόημα. Ο άντρας κουράζεται διαφορετικά.

Η Γεωργία χαμογέλασε κοφτά.

— Πολύ βολική θεωρία.

Η Χρυσούλα είχε ήδη βγάλει το κινητό της.

— Θα πάρω τώρα τον Λεωνίδα. Να αγοράσει ό,τι γράφει η λίστα. Κι εσύ ξεκίνα το μαγείρεμα, αλλιώς μέχρι τη μία δεν θα προλάβεις τίποτα.

— Δεν θα ξεκινήσω.

Η πεθερά πάγωσε με το τηλέφωνο στο χέρι.

— Τι είπες;

Η Γεωργία άνοιξε το συρτάρι του τραπεζιού, έβγαλε το χθεσινό σημείωμα και το άφησε μπροστά της.

— Αυτό το αφήσατε εσείς;

— Εγώ.

— Πού ακριβώς γράφει εδώ ότι είχαμε συμφωνήσει από πριν για όλα αυτά;

Ψίθυροι Ζωής