“Την Κυριακή μην κανονίσεις τίποτα” — έγραψε η Χρυσούλα στο σημείωμα, αναγκάζοντας τη Γεωργία να ακυρώσει τα σχέδιά της

Προκλητικά ανελέητο, αφήνει σπασμένα όνειρα πίσω.
Ιστορίες

— Λεωνίδα, ξέρεις για ποιον λόγο η μητέρα σου μου άφησε κατάλογο με δουλειές για ολόκληρο το Σαββατοκύριακο; — ρώτησε η Γεωργία, μόλις ο άντρας της σήκωσε το τηλέφωνο.

— Ποιον κατάλογο πάλι;

— Θα σου στείλω φωτογραφία τώρα. Διάβασέ το μόνος σου.

Έκλεισε και κοίταξε ξανά το χαρτί που βρισκόταν καταμεσής στο τραπέζι της κουζίνας.

Το βράδυ της Παρασκευής είχε ξεκινήσει απολύτως συνηθισμένα. Η Γεωργία γύρισε από τη δουλειά γύρω στις επτά, άλλαξε ρούχα, άνοιξε το παράθυρο στην κουζίνα και σκόπευε να παραγγείλει κάτι απ’ έξω, επειδή ύστερα από μια εξαντλητική εβδομάδα δεν είχε καμία διάθεση να μαγειρέψει. Ο Λεωνίδας, επιστρέφοντας, είχε περάσει από ένα κατάστημα με οικοδομικά υλικά και της είχε πει πως θα αργούσε λίγο.

Στην αρχή, η Γεωργία νόμισε ότι το σημείωμα ήταν απλώς μια λίστα για ψώνια που είχε αφήσει ο άντρας της.

Όμως ο γραφικός χαρακτήρας τής φάνηκε αμέσως γνώριμος.

«Μέχρι το Σάββατο να αγοραστούν κρέας, λαχανικά, τυρί, μυρωδικά και ποτά. Γεύμα για οκτώ άτομα. Να αδειάσει το κάτω ράφι του ψυγείου. Όλα πρέπει να είναι έτοιμα στις 13:00. Την Κυριακή μην κανονίσεις τίποτα — θα πάμε στην Αναστασία να τακτοποιήσουμε πράγματα μετά τη μετακόμιση. Καλύτερα να ξεκινήσουμε από το πρωί».

Στο τέλος, η Χρυσούλα είχε υπογραμμίσει την ώρα και είχε βάλει θαυμαστικό.

Η Γεωργία διάβασε το σημείωμα δύο φορές.

Ύστερα πήρε το κινητό και το φωτογράφισε.

Δεν είχε καλέσει κανέναν στο σπίτι. Για μετακόμιση της Αναστασίας άκουγε πρώτη φορά. Επιπλέον, η Κυριακή της ήταν ήδη κλεισμένη εδώ και σχεδόν δύο εβδομάδες: είχε συμφωνήσει με τη φίλη της, τη Σοφία, να πάνε εκδρομή έξω από την πόλη, σε μια λίμνη. Θα αγόραζαν το πρωί φαγητά, θα έπαιρναν πτυσσόμενες καρέκλες και θα περνούσαν τη μέρα στην όχθη.

Τώρα, όπως φαινόταν, κάποιος είχε ακυρώσει τα σχέδιά της χωρίς καν να τη ρωτήσει.

Το τηλέφωνο δονήθηκε.

Ο Λεωνίδας της έστειλε ένα σύντομο μήνυμα:

«Η μαμά κάνει πάλι τα δικά της. Θα γυρίσω και θα το ξεκαθαρίσουμε».

Η Γεωργία έριξε ακόμη μια ματιά στο σημείωμα και το έβαλε στο συρτάρι του τραπεζιού.

Δεν είχε καμία πρόθεση να πάει για ψώνια.

Και ακόμη λιγότερο να μαγειρέψει για οκτώ ανθρώπους.

Με τον Λεωνίδα ήταν παντρεμένοι τρίτο χρόνο. Πριν από τον γάμο είχαν σχέση λίγο λιγότερο από έναν χρόνο, αρκετό πάντως ώστε η Γεωργία να γνωρίσει και τη μητέρα του, τη Χρυσούλα, και τη μικρότερη αδελφή του, την Αναστασία.

Στην αρχή, οι σχέσεις με τους συγγενείς του έμοιαζαν απολύτως ομαλές.

Ο Λεωνίδας εργαζόταν ως μηχανικός σε βιομηχανική μονάδα, ενώ η Γεωργία ήταν διοικητική υπάλληλος σε μεγάλο ιατρικό κέντρο. Έφευγαν και οι δύο το πρωί και επέστρεφαν το βράδυ. Μερικά Σάββατα ο Λεωνίδας είχε βάρδια, ενώ η Γεωργία, λίγες φορές τον μήνα, τύχαινε να σχολάει αργά.

Γι’ αυτό και οι δουλειές του σπιτιού μοιράζονταν χωρίς αυστηρό πρόγραμμα.

Όποιος γύριζε πρώτος μπορούσε να ετοιμάσει βραδινό. Ο Λεωνίδας αναλάμβανε τα μεγάλα ψώνια, η Γεωργία πρόσεχε τι τελείωνε στο σπίτι. Το καθάρισμα το έκαναν συνήθως μαζί το πρωί του Σαββάτου, κι έπειτα ο καθένας περνούσε το υπόλοιπο του διημέρου όπως ήθελε.

Αν ο ένας χρειαζόταν βοήθεια, ο άλλος έμπαινε στη μέση.

Στη Γεωργία αυτός ο τρόπος λειτουργίας ταίριαζε.

Τα προβλήματα όμως δεν ξεκίνησαν ανάμεσα στο ζευγάρι.

Εμφανίστηκαν όταν η Χρυσούλα αποφάσισε πως, μετά τον γάμο, η Γεωργία είχε γίνει πλήρες μέλος όλων των υποθέσεων της οικογένειας του άντρα της. Άρα, κατά τη δική της λογική, έπρεπε να είναι διαθέσιμη όχι μόνο για τον Λεωνίδα, αλλά και για τη μητέρα του, την αδελφή του, τον ανιψιό του και, κατά διαστήματα, για κάποιους μακρινούς συγγενείς που η ίδια η Γεωργία είχε δει ελάχιστες φορές στη ζωή της.

Στην αρχή, αυτό δεν την ενοχλούσε ιδιαίτερα.

— Γεωργίτσα μου, μήπως περνάς σήμερα από κανένα φαρμακείο; — μπορούσε να τηλεφωνήσει η πεθερά της. — Πρέπει να πάρω ένα φάρμακο, το έχω παραγγείλει.

Αν το φαρμακείο βρισκόταν πράγματι στον δρόμο της, η Γεωργία σταματούσε και έπαιρνε την παραγγελία.

Μια άλλη φορά, η Χρυσούλα περίμενε τεχνικό για να επισκευάσει το πλυντήριο, αλλά ξαφνικά της έκλεισαν ραντεβού με γιατρό.

— Δεν μπορείς να καθίσεις μία ωρίτσα στο σπίτι μου; Είπε πως θα περάσει από τις τέσσερις μέχρι τις έξι.

Η Γεωργία είχε εκείνη την ημέρα ρεπό, οπότε δέχτηκε.

Έπειτα, η πεθερά της ζήτησε να τη βοηθήσει να παραγγείλει μια καινούρια ηλεκτρική σκούπα από το διαδίκτυο. Η ίδια χρησιμοποιούσε άνετα κινητό, έστελνε μηνύματα σε εφαρμογές και έβρισκε μια χαρά τις σελίδες που χρειαζόταν, αλλά δεν της άρεσε καθόλου να μπλέκει με τεχνικά χαρακτηριστικά συσκευών.

Το ίδιο βράδυ, η Γεωργία άνοιξε μερικές επιλογές, σύγκρινε μοντέλα και έκανε την παραγγελία.

Δεν έβλεπε κάτι παράξενο σε τέτοιες μικρές εξυπηρετήσεις.

Άλλωστε και η Χρυσούλα, πότε πότε, τους βοηθούσε. Μπορούσε να παραλάβει κάποια παράδοση όταν το ζευγάρι δούλευε, έφερνε καλά λαχανικά από τη λαϊκή, και μια φορά είχε πάρει για λογαριασμό του Λεωνίδα έγγραφα από ένα κέντρο εξυπηρέτησης.

Τότε όλα έμοιαζαν αμοιβαία και φυσιολογικά.

Η Γεωργία μάλιστα χαιρόταν που δεν της είχε τύχει εκείνη η πεθερά που από την πρώτη μέρα βλέπει τη νύφη της σαν αντίπαλο.

Απλώς δεν είχε προσέξει πότε ακριβώς οι παρακλήσεις έπαψαν να είναι παρακλήσεις και μετατράπηκαν σε εντολές.

Πρώτα άλλαξε ο τόνος.

Παλιά η Χρυσούλα ρωτούσε:

— Μπορείς;

Ύστερα άρχισε να λέει:

— Πρέπει να κάνεις αυτό.

Και μερικούς μήνες αργότερα πέρασε στο:

— Το κανόνισα.

Μια μέρα, η Γεωργία έβγαινε από τη δουλειά όταν χτύπησε το τηλέφωνό της. Ήταν η πεθερά της.

— Αύριο μετά τις έξι θα περάσεις να με πάρεις. Θέλω να πάω στο εμπορικό κέντρο.

— Αύριο;

— Ναι. Θέλω να κοιτάξω παπούτσια.

— Χρυσούλα, αύριο δουλεύω μέχρι αργά.

— Ε, τότε μετά τη δουλειά.

— Θα σχολάσω γύρω στις οκτώ.

— Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά μέχρι τις δέκα.

Εκείνη τη φορά η Γεωργία αρνήθηκε, όσο ευγενικά μπορούσε.

Η πεθερά της παρεξηγήθηκε και την επόμενη μέρα παραπονέθηκε στον Λεωνίδα πως η Γεωργία είχε γίνει ξαφνικά πολύ πολυάσχολη και πως δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τη μητέρα του άντρα της.

Μετά μπήκε στην ίδια λογική και η Αναστασία.

Ήταν τέσσερα χρόνια μικρότερη από τον αδελφό της, μεγάλωνε τον εξάχρονο γιο της, τον Μιχαήλ, και συχνά χρειαζόταν βοήθεια. Μερικές φορές υπήρχε πραγματικός λόγος: το παιδί αρρώσταινε, εκείνη καθυστερούσε στη δουλειά, προέκυπταν επείγουσες υποχρεώσεις.

Στην αρχή, η Γεωργία τη στήριζε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Όμως πολύ γρήγορα και η Αναστασία σταμάτησε να ρωτά εγκαίρως.

— Γεωργία, αύριο θα φέρω τον Μιχαήλ στις πέντε και μισή. Θα μείνει σε εσάς μέχρι τις εννιά.

— Αναστασία, γιατί σε εμάς;

— Έχω κάτι δουλειές.

— Ο Λεωνίδας θα είναι σπίτι;

— Δεν ξέρω. Εσύ όμως θα είσαι.

Η Γεωργία τότε συμφώνησε, παρόλο που μετά τη δουλειά είχε ραντεβού στο κομμωτήριο. Αναγκάστηκε να το μεταφέρει.

Δύο εβδομάδες αργότερα, το ίδιο επαναλήφθηκε.

Κι ύστερα ξανά.

Το πιο χαρακτηριστικό όμως συνέβαινε στις οικογενειακές συγκεντρώσεις.

Η Χρυσούλα αγαπούσε να μαζεύει τους συγγενείς στο σπίτι της. Στο τραπέζι κάθονταν όλοι: ο Λεωνίδας, η Αναστασία, ο γιος της, καμιά φορά η θεία του Λεωνίδα με τον άντρα της, ξαδέλφια.

Μετά το φαγητό, οι άντρες συνήθως αποσύρονταν στο σαλόνι, η Αναστασία ασχολούνταν είτε με το παιδί είτε με το κινητό της, και η Χρυσούλα ανακοίνωνε πως είχε κουραστεί.

Η Γεωργία έμενε τότε στην κουζίνα, μπροστά σε έναν σωρό από πιάτα, ποτήρια και κατσαρόλες.

Τον πρώτο καιρό δεν έδινε σημασία.

Κάποτε φώναξε τον Λεωνίδα:

— Θα με βοηθήσεις λίγο;

— Έρχομαι, να δω μόνο αυτό μέχρι το τέλος.

Δεν ήρθε ποτέ.

Την επόμενη φορά, η Γεωργία επίτηδες δεν άγγιξε τίποτα. Η Χρυσούλα μπήκε στην κουζίνα και έδειξε έκπληκτη.

— Τα πιάτα;

— Τι έχουν τα πιάτα;

— Πρέπει να μαζευτούν.

— Στο τραπέζι ήμασταν επτά άνθρωποι.

Η πεθερά της την κοίταξε σαν να είχε προτείνει να πλύνουν επτά άτομα ταυτόχρονα το ίδιο πιάτο.

— Ε, αφού εσύ είσαι ήδη εδώ.

Και τότε ήταν η πρώτη φορά που η Γεωργία σκέφτηκε καθαρά πως η κατάσταση είχε γίνει υπερβολικά βολική για όλους, εκτός από την ίδια.

Ο Λεωνίδας για πολύ καιρό δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η γυναίκα του έδινε τόση σημασία σε τέτοια πράγματα.

— Σου ζήτησαν να βοηθήσεις, — της έλεγε. — Τι το φοβερό υπάρχει σε αυτό;

— Δεν μου το ζητούν πια.

— Και ποια είναι η διαφορά;

— Τεράστια. Όταν με ρωτούν, μπορώ να δεχτώ ή να αρνηθώ. Η μητέρα σου όμως απλώς μου ανακοινώνει τι οφείλω να κάνω.

Ο Λεωνίδας γελούσε.

— Έτσι μιλάει πάντα η μαμά. Μην τα παίρνεις όλα κατά γράμμα.

— Τότε γιατί δεν μιλάει έτσι και σε εσένα;

— Μιλάει.

— Πότε ήταν η τελευταία φορά;

Εκείνος έμεινε να το σκεφτεί.

Και δεν μπόρεσε να θυμηθεί.

Ψίθυροι Ζωής