Πούλησα το διαμέρισμά μας.
Στο τραπέζι απλώθηκε μια σιωπή βαριά, σχεδόν νεκρική. Το πρόσωπο του Στέφανου σκοτείνιασε, έγινε κατακόκκινο, κι έκανε να πεταχτεί όρθιος. Σήκωσα την παλάμη μου, σταματώντας τον.
— Ήσυχα, σκυλάκι, — είπα χαμηλόφωνα, χωρίς να υψώσω τον τόνο. — Κάτσε κάτω. Δεν σου άρεσε πάντα να ξέρει μια γυναίκα τη θέση της; Ε, λοιπόν, αυτή τη στιγμή κάθεσαι στη δική μου. Η ανακαίνιση, φυσικά, θα υπολογιστεί ως μόνιμη βελτίωση του ακινήτου, όμως πιστεύω πως το δικαστήριο θα συνυπολογίσει και την ηθική βλάβη.
Άφησα μπροστά τους το επόμενο χαρτί.
— Αυτό είναι η μήνυση στην αστυνομία για απάτη και πλαστογράφηση υπογραφής σχετικά με το δάνειο. Ναι, η ατομική επιχείρηση είναι γραμμένη στο όνομά μου. Μόνο που η σφραγίδα βρίσκεται στα χέρια μου. Και μόλις κατέθεσα μηδενικές δηλώσεις και πάγωσα τους λογαριασμούς. Είσαι χρεοκοπημένος, Στέφανε. Ή νόμιζες πως μπορείς να χτυπάς έναν άνθρωπο μια ολόκληρη ζωή και πως, όταν πια δεν έχει πού αλλού να πέσει, δεν θα σου το επιστρέψει;
Η Χρυσούλα έπιασε το στήθος της σαν να μην έπαιρνε ανάσα. Ο Μιχάλης άρχισε να ουρλιάζει βρίζοντας, πετώντας κάτι για λεφτά που δήθεν είχε δανείσει στον Στέφανο με εγγύηση το διαμέρισμα. Ο Στέφανος άρπαξε την καράφα και την πέταξε προς το μέρος μου. Έγειρα λίγο στο πλάι· το γυαλί έσκασε στον τοίχο και έγινε κομμάτια.
— Τα κλειδιά του αυτοκινήτου τα έχω εγώ, — συνέχισα, ισιώνοντας το λουράκι της τσάντας στον ώμο μου. — Ξέχασες με τίνος τα χρήματα αγοράστηκε; Α, και κάτι ακόμη, Ευαγγελία… η κορούλα του «συνεταίρου» σου, απ’ ό,τι ακούω, περιμένει παιδί από σένα, σωστά; Λοιπόν, σε αυτό το σπίτι δεν έχετε πια καμία θέση. Μαζέψτε τα κουρέλια σας. Και, ναι, το φαγητό κρυώνει. Καλή όρεξη, σκυλάκια.
Βγήκα χωρίς να γυρίσω πίσω. Πίσω μου ακούγονταν φωνές, κλάματα, γυαλιά που έσπαγαν. Ολόκληρη έτρεμα, όμως τα πόδια μου με κατέβαζαν μόνα τους τη σκάλα. Στην αυλή μπήκα στο αυτοκίνητο, κλείδωσα τις πόρτες και μόνο τότε ξέσπασα. Έκλαψα δυνατά, με λυγμούς, όπως δεν είχα επιτρέψει στον εαυτό μου εδώ και πολλά χρόνια.
Πέρασαν δύο εβδομάδες. Καθόμουν σε ένα μικρό νοικιασμένο στούντιο. Γύρω μου υπήρχαν κούτες με όσα πράγματα είχα προλάβει να πάρω. Στα γόνατά μου γουργούριζε η γριά γάτα, η Ντούσα. Ο Στέφανος την έδιωχνε πάντα, φώναζε πως γέμιζε τον τόπο τρίχες, κι εγώ την τάιζα κρυφά στο υπόγειο. Τώρα ζούσε μαζί μου.
Όταν έπεσε η αδρεναλίνη, ήρθε το κενό. Το διαμέρισμα το ξεφορτώθηκα γρήγορα, κάτω από την αξία του, μόνο και μόνο για να τους πονέσω. Τα χρήματα έφτασαν για να κλείσω τα χρέη, όμως για μετά σχεδόν τίποτα δεν έμεινε. Η Ελένη μού έφερε άσχημα νέα: ο Στέφανος είχε καταθέσει ανταγωγή. Ισχυριζόταν πως εγώ τα είχα στήσει όλα πίσω από την πλάτη του και πως τα δάνεια τα είχα πάρει μόνη μου. Η πεθερά μου, από την άλλη, κατέθεσε δήλωση ότι την είχα απειλήσει πως θα τη σκοτώσω.
Ένα βράδυ, καθώς άνοιγα μια παλιά κούτα, βρήκα γράμματα. Τα είχε γράψει η μητέρα μου. Εκείνη που εγώ θεωρούσα ανήθικη, εκείνη που πίστευα πως μας εγκατέλειψε όταν ήμουν επτά χρονών. Ο πατέρας μου έλεγε πάντα ότι μας παράτησε. Τα γράμματα, όμως, έλεγαν άλλη ιστορία. Η μητέρα μου τον ικέτευε να με αφήσει να πάω μαζί της, επειδή εκείνος τη χτυπούσε. Έκρυβε τις μελανιές κάτω από τα ρούχα, άντεχε, ώσπου ένα βράδυ έφυγε ξυπόλυτη για να σώσει τη ζωή της. Ο πατέρας μου κρατούσε κάθε γράμμα της και την παρουσίαζε σαν τρελή.
Η ίδια ιστορία είχε ξαναγραφτεί πάνω μου. Παντρεύτηκα έναν ίδιο τύραννο και δεν το κατάλαβα καν. Καταραμένο οικογενειακό μοτίβο.
Μέσα στη νύχτα χτύπησε το τηλέφωνο. Άγνωστος αριθμός.
— Νεφέλη; — η αντρική φωνή ακουγόταν κουρασμένη, λίγο βραχνή. — Με λένε Λουκά. Είμαι ιδιωτικός ερευνητής. Η μητέρα σας, η Αικατερίνη, σας έψαχνε είκοσι χρόνια. Πέθανε πριν από έναν χρόνο. Θα μπορούσατε να συναντηθούμε; Έχω για εσάς μια κληρονομιά και ένα γράμμα.
Τον είδα την επόμενη μέρα σε ένα άδειο καφέ στα άκρα της πόλης. Ο Λουκάς ήταν ηλικιωμένος, με κορμοστασιά ανθρώπου που είχε περάσει από στρατό. Παρήγγειλε τσάι και μπήκε κατευθείαν στο θέμα:
— Η μητέρα σας δεν ήταν ούτε αλκοολική ούτε γυναίκα του δρόμου. Ο πατέρας σας τη χτυπούσε και την πέταξε έξω στο κρύο όταν προσπάθησε να φύγει. Της πήρε το παιδί. Εκείνη έφυγε για την Καβάλα, δούλευε με βάρδιες, έλιωνε στη δουλειά χρόνια ολόκληρα για να ξεχάσει. Ύστερα, κοντά στο χωριό της, βρέθηκαν κοιτάσματα. Είχε μερίδια, μετοχές… Νεφέλη, η μητέρα σας ήταν πολύ εύπορη γυναίκα.
Σώπασε και έσπρωξε προς το μέρος μου έναν χοντρό φάκελο. Μέσα υπήρχε μια διαθήκη και μια παλιά κασέτα ήχου.
— Προσπάθησε να σας βρει, αλλά πρώτα ο πατέρας σας και αργότερα ο άντρας σας σταματούσαν τα γράμματα. Το έλεγξα. Ο Στέφανος ήξερε για την κληρονομιά, Νεφέλη. Το γνώριζε πριν ακόμη σας παντρευτεί.
Ο λαιμός μου έκλεισε. Ο Λουκάς έβγαλε από την τσάντα του ένα παλιό κασετόφωνο, έβαλε μέσα την κασέτα και πάτησε το κουμπί της αναπαραγωγής.
