Ο Κώστας δεν είπε τίποτα. Η σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο σαν βαριά κουβέρτα. Ο Πέτρος κοιτούσε τη μητέρα του με τα μάτια ορθάνοιχτα, σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά.
Εκείνο το βράδυ το φαγητό κύλησε χωρίς κουβέντες. Η Ουρανία μόλις που άγγιξε το πιάτο της και κάθε τόσο άφηνε επίτηδες βαθιούς αναστεναγμούς, για να τους ακούνε όλοι. Ο Κώστας είχε καρφώσει το βλέμμα του στο φαγητό. Η Μαρίνα, αντίθετα, έτρωγε ήρεμα και πότε πότε έσπρωχνε προς τον Πέτρο ένα κομμάτι ψωμί.
Όταν το παιδί πήγε στο δωμάτιό του, εκείνη ζήτησε από τον άντρα της να μείνει λίγο ακόμη στην κουζίνα.
— Θα το πω μία φορά, — άρχισε με σταθερή φωνή. — Η μητέρα σου έχει έναν μήνα για να βρει σπίτι με ενοίκιο και να μετακομίσει. Κι εσύ σταματάς να κάνεις τον Πέτρο να νιώθει ξένος μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Αν δεν μπορείς να δεχτείς ούτε το ένα ούτε το άλλο, τότε θα φύγετε και οι δύο. Η απόφαση είναι δική σου.
Ο Κώστας την κοιτούσε ώρα πολλή, σαν να περίμενε πως από στιγμή σε στιγμή θα χαμογελούσε, θα το έπαιρνε πίσω ή θα μαλάκωνε.
— Μιλάς σοβαρά; — ρώτησε τελικά.
— Απόλυτα.
Εκείνος σηκώθηκε απότομα και τράβηξε το μανίκι του σακακιού του.
— Πολύ καλά. Τότε φεύγουμε. Απόψε κιόλας.
— Εντάξει, — απάντησε η Μαρίνα. — Θα βοηθήσω να μαζευτούν τα πράγματα.
Αυτό δεν το είχε υπολογίσει. Η Μαρίνα πρόλαβε να δει την αμηχανία να περνά από το πρόσωπό του για ένα κλάσμα δευτερολέπτου. Όμως δεν στάθηκε εκεί. Είχε ήδη ανοίξει την ντουλάπα στον διάδρομο και κατέβαζε το μπουφάν του από την κρεμάστρα.
Μάζευαν πράγματα μέχρι τα μεσάνυχτα. Η Ουρανία έκλαιγε, επαναλαμβάνοντας πως την πρόδωσαν και πως δεν περίμενε τέτοια συμπεριφορά. Ο Κώστας δεν μιλούσε καθόλου. Λίγες μέρες αργότερα έφυγαν πράγματι· νοίκιασαν ένα μικρό διαμέρισμα και μετακόμισαν εκεί.
Πέρασαν τρεις εβδομάδες ώσπου να τηλεφωνήσει ο Κώστας. Της είπε ότι παραφέρθηκε, ότι ήταν έτοιμος να τα συζητήσουν όλα από την αρχή, πως η μητέρα του δεχόταν πλέον να μένει χωριστά.
— Χαίρομαι που το κατάλαβες, — του απάντησε η Μαρίνα. — Αλλά δεν υπάρχει λόγος να γυρίσουμε πίσω.
Έκλεισε το τηλέφωνο και έμεινε για πολλή ώρα μπροστά στο παράθυρο, κοιτάζοντας έξω χωρίς να βλέπει πραγματικά τίποτα.
Το φθινόπωρο έδωσε τη θέση του στον χειμώνα. Το διαμέρισμα ξαναγέμισε φως και ανάσα.
Ο Πέτρος άπλωνε πάλι τα κομμάτια από τις κατασκευές του πάνω στο χαλί του σαλονιού. Γελούσε ξανά δυνατά όταν έβλεπε κινούμενα σχέδια. Καλούσε πάλι συμμαθητές του στο σπίτι, και στον διάδρομο βρίσκονταν ξανά πεταμένα παιδικά αθλητικά παπούτσια.
Ένα βράδυ κάθονταν οι δυο τους για φαγητό. Ο Πέτρος άλειφε βούτυρο σε μια φέτα ψωμί, όταν ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι.
— Μαμά, πόσο ωραία είναι που τώρα μένουμε οι δυο μας.
Η Μαρίνα τον κοίταξε. Είδε τα ήρεμα μάτια του, το μικρό, ανάλαφρο χαμόγελο στα χείλη του.
— Ναι, — είπε σιγανά. — Είναι ωραία.
Και τότε κατάλαβε πως τη σημαντικότερη απόφαση της ζωής της δεν την είχε πάρει τη στιγμή που μίλησε δυνατά. Την είχε πάρει εκείνο το βράδυ, όταν χωρίς να πει λέξη πήρε το πιάτο από τα χέρια του γιου της και το έβαλε ξανά πάνω στο τραπέζι.
