— Νομίζεις πως δεν θα τα καταφέρω χωρίς εσένα; είπε με βαριά φωνή. — Πιστεύεις ότι είσαι αναντικατάστατη;
Η Μαρία δεν χαμήλωσε το βλέμμα. Τον κοίταξε κατάματα, χωρίς να κάνει πίσω.
— Δοκίμασέ το. Και, για να μην ξεχνιόμαστε, το σπίτι είναι δικό μου.
Οι μέρες που ακολούθησαν κύλησαν σαν ακήρυχτος πόλεμος. Ο Σταύρος την αγνοούσε επιδεικτικά, δεν της απηύθυνε ούτε λέξη και κοιμόταν στον καναπέ. Οι δικοί του τηλεφωνούσαν ασταμάτητα, πολλές φορές μέσα στην ημέρα, όμως η Μαρία άφηνε το κινητό να χτυπά μέχρι να σβήσει.
Το βράδυ της Παρασκευής, όταν γύρισε από τη δουλειά, βρήκε μέσα στο διαμέρισμα την Καλλιόπη και τη Μαρίνα. Οι δύο γυναίκες είχαν εγκατασταθεί στην κουζίνα, ενώ ο Σταύρος στεκόταν όρθιος κοντά στο παράθυρο.
— Τι ωραία σύσκεψη, παρατήρησε η Μαρία, αφήνοντας την τσάντα της. — Συνηθίζετε να κάνετε συνεδριάσεις στο σπίτι μου χωρίς πρόσκληση;
— Μαρία, ήρθαμε για να μιλήσουμε, άρχισε η Καλλιόπη.
— Σας ακούω.
— Διαλύεις την οικογένεια! πετάχτηκε η Μαρίνα. — Και για τι; Για λίγα λεφτά!
Η Μαρία γέλασε πικρά.
— Λίγα; Μαρίνα, μέσα σε δύο χρόνια πήρες σχεδόν πεντακόσια ευρώ από τον προϋπολογισμό μας. Αυτά είναι τα «λίγα» δικά μου χρήματα.
— Θα τα επιστρέψω!
— Πότε; Δώσε μου μια συγκεκριμένη ημερομηνία.
Η Μαρίνα κομπίασε και απέφυγε το βλέμμα της.
— Ε… όταν μπορέσω…
— Δηλαδή ποτέ. Μαρίνα, είσαι τριάντα δύο χρονών. Βρες δουλειά.
— Έχω παιδιά!
— Και λοιπόν; Χιλιάδες γυναίκες μεγαλώνουν παιδιά και ταυτόχρονα εργάζονται. Εσύ όμως έχεις βολευτεί στον σβέρκο του αδελφού σου. Ή μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, στον δικό μου.
Η Καλλιόπη σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα.
— Πώς τολμάς να μιλάς έτσι; Εμείς είμαστε η οικογένεια του Σταύρου!
— Κι εγώ είμαι η γυναίκα του! απάντησε η Μαρία, ορθώνοντας κι εκείνη το ανάστημά της. — Και δεν σκοπεύω άλλο να συντηρώ υγιείς ενήλικες που μπορούν κάλλιστα να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.
— Σταύρο, πες επιτέλους κάτι! στράφηκε η Καλλιόπη προς τον γιο της.
Ο Σταύρος έμεινε για λίγο σιωπηλός, με τα μάτια καρφωμένα στο τζάμι. Ύστερα μίλησε χαμηλά:
— Μητέρα, Μαρίνα, πηγαίνετε σπίτι. Με τη Μαρία πρέπει να συζητήσουμε μόνοι μας.
Όταν οι συγγενείς του έφυγαν, ο Σταύρος κάθισε απέναντι από τη γυναίκα του.
— Μαρία, ίσως να έχεις δίκιο, είπε κουρασμένα. — Αλλά είναι η οικογένειά μου. Δεν μπορώ να τους αφήσω αβοήθητους.
— Δεν σου ζητάω να τους εγκαταλείψεις. Σου ζητάω να μην ξοδεύεις τα δικά μου χρήματα για τις δικές τους επιθυμίες.
— Μα εγώ δεν έχω δικά μου χρήματα!
— Ακριβώς. Βρες λοιπόν μια κανονική δουλειά, κράτησέ την, κέρδισε χρήματα, και μετά βοήθησέ τους όσο θέλεις.
Ο Σταύρος κατέβασε το κεφάλι.
— Με βάζεις να διαλέξω. Εσένα ή την οικογένειά μου.
— Όχι. Σου δίνω επιλογή. Ή θα σταθείς σαν πραγματικός άντρας και θα γίνεις υπεύθυνος για τη ζωή σου, ή θα τραβήξουμε χωριστούς δρόμους.
Εκείνη τη νύχτα η Μαρία έμεινε καθισμένη δίπλα στο παράθυρο, κοιτάζοντας την πόλη που βυθιζόταν στον ύπνο. Μέσα της απλωνόταν ένα παράξενο κενό. Δεν πονούσε, δεν ένιωθε θυμό, ούτε προσβολή. Μόνο άδεια. Σαν να είχε μόλις κλείσει ένας κύκλος που κρατούσε πολύ καιρό.
Το πρωί ο Σταύρος μάζεψε μερικά πράγματά του.
— Θα μείνω για λίγο στη μητέρα μου, της είπε. — Χρειάζομαι χρόνο να σκεφτώ.
Η Μαρία έγνεψε απλώς. Δεν είχε πια δυνάμεις ούτε να τσακωθεί, ούτε να παρακαλέσει, ούτε να εξηγήσει ξανά τα αυτονόητα.
Όταν η πόρτα έκλεισε πίσω του, ένιωσε ανακούφιση. Για πρώτη φορά ύστερα από πολλούς μήνες. Λες και κάποιος είχε σηκώσει από τους ώμους της μια τεράστια πέτρα.
Το ίδιο βράδυ κάθισε στην κουζίνα, με ένα φλιτζάνι τσάι μπροστά της. Απόλυτη ησυχία. Κανείς δεν τηλεφωνούσε, κανείς δεν ζητούσε χρήματα, κανείς δεν έστηνε σκηνές.
Η Μαρία ήξερε πως την περίμεναν δύσκολες κουβέντες, ίσως ακόμη και διαζύγιο. Όμως εκείνη τη στιγμή ένιωθε ελεύθερη. Ελεύθερη από ξένα χρέη, ξένα προβλήματα και ξένους εκβιασμούς.
Και ήταν πια βέβαιη για ένα πράγμα: ό,τι κι αν αποφάσιζε ο Σταύρος, κανείς δεν θα την έκανε ξανά πορτοφόλι για τις ανάγκες των άλλων. Ως εδώ. Είχε έρθει η ώρα να ζήσει για τον εαυτό της.
