Ο Σταύρος είχε βυθιστεί στην πολυθρόνα και κοίταζε την τηλεόραση χωρίς πραγματικά να βλέπει. Η Μαρία μάζευε το τραπέζι αθόρυβα, αποφεύγοντας να γυρίσει προς το μέρος του.
— Έπρεπε να τα πεις όλα αυτά μπροστά στη μάνα μου; ρώτησε τελικά εκείνος.
— Κι η μάνα σου γιατί πρέπει να ανακατεύεται στη δική μας ζωή; του αντιγύρισε η Μαρία.
— Μαρία, καταλαβαίνω ότι είσαι κουρασμένη. Αλλά έτσι δεν γίνεται…
— Τι δεν γίνεται; Να λέω την αλήθεια; Σταύρο, δεν το αντέχω άλλο! Κάθε μήνα τα ίδια. Τη μία χρειάζεται κάτι η μητέρα σου, την άλλη η αδελφή σου!
Ο Σταύρος σηκώθηκε και πλησίασε τη γυναίκα του.
— Είναι προσωρινό. Θα βρω μια σωστή δουλειά, θα δεις…
— Πότε; Πότε ακριβώς θα τη βρεις αυτή τη «σωστή» δουλειά; Και πόσο θα την κρατήσεις; Έναν μήνα; Δύο;
Στα μάτια του φάνηκε πληγωμένος εγωισμός.
— Δηλαδή δεν πιστεύεις καθόλου σε μένα;
Η Μαρία κάθισε βαριά σε μια καρέκλα.
— Κουράστηκα, Σταύρο. Κουράστηκα να πιστεύω. Κουράστηκα να περιμένω. Κουράστηκα να σηκώνω μόνη μου όλο το βάρος.
Εκείνη τη νύχτα δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Έμεινε ξαπλωμένη, καρφώνοντας το βλέμμα στο ταβάνι, και αναμετρούσε τη ζωή της. Τριάντα δύο χρονών. Τα εφτά από αυτά παντρεμένη. Και μετά; Άλλα εφτά χρόνια να δουλεύει για δύο; Ή για τρεις, αν υπολόγιζε και τα μόνιμα «δανεικά» των συγγενών του;
Το πρωί ξύπνησε με μια απόφαση καθαρή μέσα της. Στο πρωινό, κοίταξε τον άντρα της και είπε:
— Σταύρο, πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά.
Εκείνος τη ζύγισε καχύποπτα.
— Για ποιο πράγμα;
— Για τα χρήματα. Για την οικογένειά σου. Για εμάς.
Η Μαρία έβγαλε ένα χαρτί, όπου το προηγούμενο βράδυ είχε σημειώσει όλα τα «χρέη» των δικών του.
— Κοίτα. Τα τελευταία δύο χρόνια η μητέρα σου «δανείστηκε» τριακόσια ευρώ. Η Μαρίνα τετρακόσια πενήντα. Σύνολο επτακόσια πενήντα ευρώ. Επτακόσια πενήντα, Σταύρο! Δεν είναι ψίχουλα.
Ο Σταύρος άρχισε να διαβάζει τη λίστα, και το πρόσωπό του σκοτείνιαζε όλο και περισσότερο.
— Από πού βγήκαν αυτοί οι αριθμοί;
— Τα κρατάω όλα. Σημειώνω μέχρι και το τελευταίο λεπτό. Ξέρεις πόσα επέστρεψαν; Τίποτα.
— Μαρία, οι συγγενείς καμιά φορά περνούν δύσκολα…
— Όλοι περνούν δύσκολα! Γιατί όμως πρέπει εγώ να πληρώνω τα δικά τους προβλήματα; Γιατί οι γονείς μου, όταν χρειάζονται βοήθεια, το σκέφτονται δέκα φορές πριν μου τηλεφωνήσουν, ενώ οι δικοί σου ζητούν χρήματα λες και τους τα χρωστάμε;
Ο Σταύρος δεν απάντησε. Η Μαρία συνέχισε, πιο σταθερά:
— Πήρα την απόφασή μου. Από εδώ και πέρα δεν φεύγει ούτε ένα ευρώ για τους συγγενείς σου. Αν ξαναπάρεις χρήματα από τον κοινό μας προϋπολογισμό χωρίς τη συγκατάθεσή μου, καταθέτω αίτηση διαζυγίου.
Εκείνος χλώμιασε.
— Εσύ… αστειεύεσαι;
— Ποτέ δεν μίλησα πιο σοβαρά. Σταύρο, σε αγαπώ. Αλλά δεν θα συνεχίσω να είμαι η αγελάδα που αρμέγει η οικογένειά σου.
Πετάχτηκε από την καρέκλα.
— Αυτό είναι τελεσίγραφο;
— Πες το όπως θέλεις. Εγώ πάντως άλλο δεν ανέχομαι.
Ο Σταύρος βγήκε σαν θύελλα από την κουζίνα και χτύπησε πίσω του την εξώπορτα. Η Μαρία έμεινε καθισμένη, κοιτώντας από το παράθυρο τη βροχή που μόλις είχε αρχίσει.
Ύστερα από μία ώρα τηλεφώνησε η Μαρίνα. Η Μαρία δεν απάντησε. Λίγο αργότερα κάλεσε η Καλλιόπη. Ούτε σε εκείνη σήκωσε το τηλέφωνο. Το βράδυ ο Σταύρος γύρισε θυμωμένος και μεθυσμένος.
— Το πέτυχες αυτό που ήθελες; της πέταξε από την είσοδο. — Η μάνα μου είναι στο νοσοκομείο και η αδελφή μου σε υστερία!
— Αυτό είναι δικό τους θέμα, απάντησε ήρεμα η Μαρία.
— Είσαι… είσαι απλώς εγωίστρια!
— Ίσως. Αλλά είμαι μια εγωίστρια που αποφασίζει για τα δικά της χρήματα.
Ο Σταύρος έκανε ένα βήμα πιο κοντά στη γυναίκα του.
