Το πρόσωπό της τεντώθηκε από προσβολή.
— Πάλι με ειρωνεύεσαι! — έκανε, σουφρώνοντας τα χείλη σαν παιδί που του πήραν το παιχνίδι. — Απαιτώ σεβασμό! Μάνα είμαι! Σε δέχτηκα στην οικογένεια!
— Στο σπίτι μου κάθεστε, — της θύμισα ήρεμα.
— Λεπτομέρειες! — τίναξε το χέρι της και παραλίγο να στείλει τη σαλατιέρα στο πάτωμα. — Έχετε υποχρέωση να μας φροντίζετε. Μπορεί να έχω χάρισμα που πάει χαμένο! Μπορεί να θέλω να στήσω επιχείρηση!
— Τι είδους επιχείρηση; — πετάχτηκε ο Σωτήριος Αγγελόπουλος. — Μαζική παραγωγή προβλημάτων με βιομηχανικές προδιαγραφές;
Η πεθερά μου έγινε κατακόκκινη.
— Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι! Αυτή σε έβαλε, έτσι; Σε έκανε υποχείριό της! Εγώ για σένα πασχίζω! Ήθελα να ζούμε άνετα, σαν άνθρωποι! Κι εσείς…
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή αποφάσισε να παίξει το τελευταίο της χαρτί.
— Αν δεν μου δώσετε τώρα αμέσως λεφτά για τα φίλτρα, τότε… τότε θα έρθω να μείνω μαζί σας! Θα νοικιάσω το δικό μου διαμέρισμα και θα εγκατασταθώ στο σαλόνι σας! Και κάθε μέρα, Ελένη Γιαννοπούλου, θα σου μαθαίνω πώς φτιάχνεται σωστά η φασολάδα!
Στο τραπέζι απλώθηκε σιωπή. Η απειλή είχε το βάρος πυρηνικού χειμώνα. Να ζεις με τη Χρυσούλα Παπακώστα σήμαινε να κλειστείς με τη θέλησή σου στο ίδιο κλουβί με πεινασμένο ρακούν που περνάει μανιακό επεισόδιο.
Γύρισα και κοίταξα τον Σωτήριος Αγγελόπουλος. Εκείνος χαμογέλασε. Όχι αμήχανα. Πλατιά, γαλήνια, με την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που κρατούσε άσο στο μανίκι.
— Μαμά, — είπε, βγάζοντας από την τσέπη του ένα διπλωμένο χαρτί. — Βρήκα δουλειά. Μου έστειλαν σήμερα την επίσημη πρόταση. Επικεφαλής μηχανικός έργου. Με μισθό που ούτε στα πιο τρελά σου όνειρα δεν θα φανταζόσουν.
Τα μάτια της άναψαν σαν δυο προβολείς σε γήπεδο.
— Παιδί μου! — αναφώνησε, αλλάζοντας διάθεση τόσο γρήγορα που θα ζήλευε και μετεωρολογικό δελτίο. — Το ήξερα εγώ! Δικό μου αίμα είσαι! Να λοιπόν, τώρα θα στρώσει η ζωή μας! Θα πάρουμε τα φίλτρα, έναν καναπέ της προκοπής, κι ένα παλτό για μένα…
— Όχι, μαμά, — την έκοψε ο Σωτήριος Αγγελόπουλος. — Δεν θα αγοράσουμε τίποτα από αυτά. Το συζητήσαμε με την Ελένη. Θα πάρουμε στεγαστικό για μεγαλύτερο διαμέρισμα. Και μέχρι να μαζέψουμε τα απαραίτητα, μπαίνουμε σε αυστηρή οικονομία.
— Τι είπες; — πάγωσε εκείνη.
— Αυτό που άκουσες. Και κάτι ακόμη. Αφού έχεις ενθουσιαστεί τόσο με τις ενέργειες και τον εσωτερισμό, καταλήξαμε ότι τα υλικά αγαθά μάλλον σε βλάπτουν. Τα χρήματα είναι χαμηλές δονήσεις, μαμά. Δεν θέλουμε να επιβαρύνουμε το κάρμα σου.
— Τι πράγματα είναι αυτά; — πνίγηκε από την αγανάκτηση. — Ποιες δονήσεις; Δώσε μου λεφτά!
— Δεν μπορώ, — είπε ο Σωτήριος Αγγελόπουλος, ανοίγοντας τα χέρια του. — Η Ελένη είναι η οικονομική μου διευθύντρια. Όλα τα αιτήματα περνούν από εκείνη.
Η Χρυσούλα Παπακώστα στράφηκε προς το μέρος μου. Το πρόσωπό της θύμιζε τσαλακωμένο πενηντάευρο που το ΑΤΜ αρνείται πεισματικά να δεχτεί.
— Εσύ… — σύριξε.
— Εγώ, — την πρόλαβα, τελειώνοντας ατάραχη το ποτό μου, — επενδύω μόνο σε έργα με προοπτική. Κι εσείς, μαμά, είστε τοξικό περιουσιακό στοιχείο. Υπερβολικό ρίσκο, μηδενική απόδοση.
Από εκείνο το βράδυ πέρασαν έξι μήνες.
Ο Σωτήριος Αγγελόπουλος τα πηγαίνει θαυμάσια στη δουλειά του και, πράγματι, προχωρήσαμε στην αγορά μεγαλύτερου διαμερίσματος. Όσο για την πεθερά μου; Τηλεφωνεί μία φορά τον μήνα, παραπονιέται για τη μοίρα της, αλλά χρήματα δεν ζητά πια. Φαίνεται πως κατάλαβε ότι η τράπεζα «Γιος και Νύφη» της αφαίρεσε οριστικά την άδεια λειτουργίας.
Πρόσφατα έμαθα και το καλύτερο: έπιασε δουλειά ως θυρωρός σε πολυκατοικία. Σε όλους λέει ότι το κάνει «για να έχει επαφή με τον κόσμο», αλλά εμείς ξέρουμε την αλήθεια. Τώρα ελέγχει ποιος μπαίνει, ποιος βγαίνει και ποιος επισκέπτεται ποιον. Η τέλεια θέση για έναν άνθρωπο που λατρεύει να χώνει τη μύτη του στις ζωές των άλλων — μόνο που πλέον πληρώνεται κιόλας γι’ αυτό.
