— Πεθαίνω, — ανακοίνωσε με φωνή λες και ερχόταν από οικογενειακό τάφο, ανοίγοντας το ένα μάτι όσο χρειαζόταν για να ελέγξει αν την κοιτούσα. — Η πίεσή μου διακόσια με μηδέν. Η καρδιά μου χτυπάει σαν κομπρεσέρ. Εσύ με έφερες σε αυτή την κατάσταση.
Κάθισα στην άκρη της πολυθρόνας, χωρίς να μπω στον κόπο να σχολιάσω το ιατρικό θαύμα της πίεσης «με μηδέν».
— Κυρία Χρυσούλα Παπακώστα, πήγα σήμερα στην τράπεζα. Θέλω να μου απαντήσετε καθαρά: βάλατε εσείς την υπογραφή μου στη σύμβαση εγγύησης;
— Δεν έκανα καμία πλαστογραφία! — πετάχτηκε όρθια σχεδόν με νεανική ευλυγισία, ξεχνώντας και πίεση και κομπρεσέρ. — Απλώς εξασκήθηκα λίγο. Το χέρι μου τρέμει, είμαι και γυναίκα κάποιας ηλικίας. Και στο κάτω κάτω, οικογένεια δεν είμαστε; Τι σημασία έχει ποιανού είναι η μουτζούρα στο χαρτί;
— Τεράστια σημασία έχει, — είπα, βγάζοντας το κινητό από την τσάντα. — Στον Ποινικό Κώδικα αυτό λέγεται πλαστογραφία εγγράφου. Μπορεί να σας κοστίσει μέχρι και φυλάκιση. Βέβαια, απ’ ό,τι λένε, εκεί το φαγητό παρέχεται δωρεάν, οπότε τουλάχιστον δεν θα ανησυχείτε για τα ζυμαρικά σας.
Το πρόσωπό της άδειασε από χρώμα τόσο απότομα, που για μια στιγμή νόμιζα πως θα εξαφανιζόταν μέσα στην ταπετσαρία.
— Εσύ… εσύ θα στείλεις στη φυλακή τη μάνα του άντρα σου;
— Εγώ προσωπικά όχι. Η τράπεζα όμως θα το κάνει με ιδιαίτερη προθυμία. Παρ’ όλα αυτά, μπορώ να αποσύρω την καταγγελία, αν συμφωνήσουμε σε ορισμένους όρους.
Η πεθερά μου μισόκλεισε τα μάτια. Στο κεφάλι της, που ήταν εκπαιδευμένο για μικροκομπίνες και αυτοσχέδια δράματα, άρχισαν να τρίζουν τα γρανάζια.
— Τι ζητάς;
— Πρώτον, θα γράψετε υπεύθυνη δήλωση ότι το χρέος είναι αποκλειστικά δικό σας. Δεύτερον, θα μεταβιβάσετε το εξοχικό στον Σωτήριο Αγγελόπουλο. Με δωρεά. Αύριο κιόλας. Έτσι δεν θα προλάβουν να το αρπάξουν οι εισπρακτικές. Εμείς θα το πουλήσουμε, θα κλείσουμε το δάνειο που πήρατε για τη «Θεά της Αφθονίας», και ό,τι περισσέψει θα μείνει σε εσάς για τα έξοδά σας.
— Ποτέ! — τσίριξε. — Αυτό είναι εκβιασμός!
— Όχι, είναι διαχείριση κρίσης, — τη διόρθωσα ήρεμα. — Ή το εξοχικό ή το κελί. Διαλέγετε όπως στο κυλικείο: πουρές ή μακαρόνια. Κάτι πάντως θα φαγωθεί.
Προσπάθησε να αντισταθεί. Ύψωσε τη φωνή. Έκλαψε με λυγμούς που άξιζαν θεατρικό βραβείο. Έκανε μέχρι και κίνηση να σωριαστεί λιπόθυμη, αλλά την πρόλαβα λέγοντας πως, αν πέσει, θα της αδειάσω έναν κουβά παγωμένο νερό στο κεφάλι. Το ξανασκέφτηκε αμέσως, μάλλον επειδή δεν ήθελε να καταστραφεί το laminate πάτωμα.
Τελικά επικράτησε η λογική. Ή, ακριβέστερα, ο τρόμος της κρατικής φιλοξενίας.
Μία εβδομάδα αργότερα υπογράφαμε τα χαρτιά. Το εξοχικό, εκείνο το μνημείο εγκατάλειψης και κακοδιαχείρισης, πουλήθηκε απροσδόκητα γρήγορα. Τα χρήματα έφτασαν για να εξοφληθεί το δάνειο της «Θεάς της Αφθονίας» και έμεινε και ένα ποσό στην άκρη.
Το πραγματικό φινάλε, όμως, δεν παίχτηκε στο συμβολαιογραφείο. Παίχτηκε στο οικογενειακό δείπνο που η Χρυσούλα Παπακώστα επέμεινε να οργανώσει «για τη συμφιλίωση». Από το βλέμμα της καταλάβαινες πως μέσα της ετοίμαζε αντεπίθεση.
Το τραπέζι λύγιζε από σαλάτες στις οποίες η μαγιονέζα υπερίσχυε ξεκάθαρα των λαχανικών. Η πεθερά μου είχε καταλάβει την κεφαλή του τραπεζιού σαν στρατηγός πριν από μάχη.
— Λοιπόν, παιδάκια μου, — άρχισε με γλυκιά φωνή, σηκώνοντας το ποτήρι με το σπιτικό λικέρ. — Τέλος καλό, όλα καλά. Η Ελένη Γιαννοπούλου, βέβαια, φέρθηκε σκληρά και με στέρησε από τη γη που με έτρεφε, αλλά εγώ, ως ώριμη και σοφή γυναίκα, συγχωρώ. Παρεμπιπτόντως, Σωτήρη μου, είδα μια διαφήμιση. Πουλάνε κάτι μοναδικά φίλτρα νερού με ιόντα αργύρου. Μόνο τετρακόσια ευρώ. Το νερό γίνεται σχεδόν αγιασμός! Μετά από τόση λάσπη, όλοι μας έχουμε ανάγκη να εξαγνιστούμε. Ελένη, εσύ θα τα πληρώσεις, έτσι; Σαν ένδειξη συγγνώμης.
Ο Σωτήριος Αγγελόπουλος πνίγηκε με τη σαλάτα του. Εγώ ακούμπησα αργά το πιρούνι στο πιάτο.
— Κυρία Χρυσούλα Παπακώστα, — είπα, χαρίζοντάς της το πιο αρπακτικό χαμόγελο που διέθετα, — ξέρετε ότι τα ιόντα αργύρου, σε μεγάλες ποσότητες, προκαλούν αργυρία; Το δέρμα γίνεται μπλε. Θα σας πηγαίνει υπέροχα· θα είστε σαν Άβαταρ, απλώς σε συνταξιοδοτική εκδοχή.
