Η Χρυσούλα Παπακώστα, όμως, δεν έπιασε καθόλου το αστείο. Μάζεψε τη σιωπή της γύρω της και λούφαξε, σαν κόμπρα κρυμμένη μέσα σε γλάστρα με άνηθο.
Και σήμερα ήρθε η μεγάλη σκηνή.
— Δεν καταλαβαίνεις τίποτα! — αναφώνησε, πιέζοντας με θεατρικότητα την παλάμη της στο στήθος, στο σημείο όπου οι φυσιολογικοί άνθρωποι έχουν καρδιά και εκείνη, κατά πάσα πιθανότητα, κομπιουτεράκι. — Με παίρνουν από εισπρακτική! Πήρα ένα δάνειο. Μικρό πράγμα.
— Για ποιον λόγο; — ρώτησε χαμηλόφωνα ο Σωτήριος Αγγελόπουλος.
— Για ένα σεμινάριο, «Θεά της αφθονίας: πώς να ανοίξετε τη ροή του χρήματος»! — το πέταξε μονομιάς. — Δεν είναι έξοδο. Είναι επένδυση!
Πνίγηκα με το τσάι μου. Ο Σωτήριος Αγγελόπουλος σκέπασε το πρόσωπό του με τα χέρια.
— Μαμά… — βόγκηξε. — Δανείστηκες τρεις χιλιάδες ευρώ για να σου μάθουν να… αναπνέεις σωστά;
— Δεν έχει σημασία! — τον έκοψε εκείνη απότομα. — Το ζήτημα είναι ότι η ροή δεν άνοιξε. Μάλλον τα τσάκρα μου έχουν μπλοκάρει από τοξίνες. Αλλά η δόση πρέπει να πληρωθεί αύριο. Ελένη Γιαννοπούλου, εσύ έχεις χρήματα στην προθεσμιακή. Το ξέρω, μου το είπε ο Σωτήριος Αγγελόπουλος. Κλείσε μου το δάνειο κι εγώ μετά… σιγά σιγά… από τη σύνταξη…
— Κυρία Παπακώστα, — είπα, σταυρώνοντας τα χέρια μου. — Έχω κι εγώ μια αντιπρόταση. Πουλάτε το εξοχικό σας, όπου καλλιεργείτε αποκλειστικά αγριόχορτα και τύψεις στον γιο σας, και εξοφλείτε μόνη σας το χρέος.
— Το εξοχικό;! — τσίριξε. — Αυτό είναι το πατρογονικό μας! Εκεί ο παππούς μου σκεπαζόταν από τη βροχή με φύλλα κολλιτσίδας! Πώς τόλμησες να το ξεστομίσεις; Εσύ, άκαρδη… ξερόψυχη! Σωτήριε, πες της κάτι!
Γύρισε προς τον γιο της, βέβαιη πως θα έπαιρνε την κλασική του στήριξη. Είχε συνηθίσει να τον χειρίζεται σαν μαλακή πλαστελίνη. Μόνο που είχε παραλείψει μια λεπτομέρεια: ακόμα και η πλαστελίνη, όταν παγώσει, γίνεται σκληρή σαν πέτρα. Και στην κουζίνα εκείνη τη στιγμή η θερμοκρασία θύμιζε καταψύκτη.
— Μαμά, — η φωνή του Σωτήριου Αγγελόπουλου στην αρχή έτρεμε, ύστερα όμως σταθεροποιήθηκε. — Η Ελένη Γιαννοπούλου έχει δίκιο. Δεν θα πληρώσουμε εμείς τη «Θεά» σου.
— Τι είπες; — άρχισε να ανοιγοκλείνει τα μάτια της, ενώ από τις βλεφαρίδες της έπεφτε φτηνό μάσκαρα σαν μαύρη πιτυρίδα. — Προδίδεις τη μάνα σου για χάρη αυτής της… γραφειακής ποντικίνας;
— Αυτή η «ποντικίνα» ταΐζει τον γιο σας και πληρώνει αυτό το σπίτι, — απάντησα ήρεμα. — Και, μεταξύ μας, τα ποντίκια είναι πανέξυπνα ζώα. Σε αντίθεση με εσάς, δεν μπαίνουν δυο φορές στην ίδια φάκα.
Η Χρυσούλα Παπακώστα πετάχτηκε όρθια. Η καρέκλα σύρθηκε πίσω της με εκκωφαντικό θόρυβο.
Έτρεξε στον διάδρομο και βρόντηξε την πόρτα τόσο δυνατά, που έπεσε το καπέλο μου από την κρεμάστρα.
— Συγγνώμη, — μουρμούρισε ο Σωτήριος Αγγελόπουλος, σκύβοντας να μαζέψει τα κομμάτια από το φλιτζάνι που η μητέρα του είχε παρασύρει μέσα στο πάθος της.
— Άσ’ το, δεν πειράζει, — τον αγκάλιασα. — Ομολογώ πως είχε και μια ψυχαγωγική πλευρά. Σαν τσίρκο, μόνο που ο κλόουν ήταν κακός και χωρίς μακιγιάζ.
Νομίσαμε ότι εκεί τελείωσε το έργο. Τι αθωότητα. Δεν είχε παιχτεί παρά η εισαγωγή.
Τρεις μέρες αργότερα με κάλεσαν στη δουλειά.
— Μιλάμε με την κυρία Ελένη Γιαννοπούλου; Σας τηλεφωνούμε από την τράπεζα «Γρήγορα Χρήματα — Μακρύς Καημός». Η πεθερά σας σάς έχει δηλώσει ως εγγυήτρια. Η πληρωμή της έχει καθυστερήσει και, βάσει της σύμβασης, ξεκινάμε τη διαδικασία είσπραξης από εσάς.
Έκλεισα το τηλέφωνο και μέτρησα μέχρι το δέκα. Μετά μέχρι το είκοσι. Ύστερα φαντάστηκα τη Χρυσούλα Παπακώστα ντυμένη γιγάντια γαρίδα, να βράζει μέσα σε καζάνι. Κάπως ανακουφίστηκα.
Το ίδιο βράδυ πήγα στο σπίτι της. Η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη. Μέσα μύριζε βαλεριάνα και παλιά πανιά. Η πεθερά μου ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, με μια βρεγμένη πετσέτα στο μέτωπο, υποδυόμενη τον ετοιμοθάνατο κύκνο που τον πυροβόλησαν ακριβώς τη στιγμή που απογειωνόταν η καριέρα του.
