«Είσαι υποχρεωμένη», ανακοίνωσε η Χρυσοῦλα Παπακώστα απαιτώντας να της δώσουν την κάρτα

Η ανήθικη και κυνική επίθεση πονάει ανελέητα.
Ιστορίες

— Είσαι υποχρεωμένη, — ανακοίνωσε η Χρυσοῦλα Παπακώστα, ρουφώντας από το συλλεκτικό μου ούλονγκ με τέτοιον θόρυβο, λες και ξεβούλωνε νεροχύτη με τρόμπα. — Παντρεύτηκες τον γιο μου, άρα πήρες μαζί και τα θετικά του και τα αρνητικά του. Κι εγώ είμαι το βασικό του αρνητικό. Δηλαδή… φτου, μπερδεύτηκα, το βασικό του θετικό! Τέλος πάντων, Ελένη Γιαννοπούλου, μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Βγάλε την κάρτα.

Την κοίταξα προσεκτικά. Στα μάτια της, βαμμένα βαριά με κάτι κατάμαυρο, υπήρχε η αποφασιστικότητα ενός μπουλντόγκ που μόλις εντόπισε αφύλαχτο λουκάνικο. Δίπλα μου, ο άντρας μου, ο Σωτήριος Αγγελόπουλος, είχε μαζέψει τόσο πολύ τον λαιμό μέσα στους ώμους του, που θύμιζε τρομαγμένη χελώνα ντυμένη με χοντροπλεκτό πουλόβερ.

— Χρυσοῦλα Παπακώστα, — είπα ήρεμα, σπρώχνοντας διακριτικά πιο πέρα το μπολάκι με τα μπισκότα, πριν προλάβει να το κηρύξει κι αυτό ιδιοκτησία της. — Ας ξεκαθαρίσουμε λίγο τις νομικές λεπτομέρειες. Στο δημαρχείο υπέγραψα ότι θα αγαπώ και θα στηρίζω τον Σωτήριος Αγγελόπουλος. Δεν υπέγραψα σύμβαση χρηματοδότησης για τις δικές σας οικονομικές ακροβασίες.

Η πεθερά μου πάγωσε με το μελομακάρονο μισοσηκωμένο προς το στόμα. Ήταν εκείνη η σπάνια στιγμή που η αδιαντροπιά της έπεσε πάνω στη δική μου ψύχραιμη αδιαφορία σαν τσεκούρι σε πέτρα.

Όλα είχαν αρχίσει πριν από τρεις μήνες. Ο Σωτήριος Αγγελόπουλος έχασε τη δουλειά του. Η εταιρεία όπου εργαζόταν ως μηχανικός κατέρρευσε με την κομψότητα χάρτινου πύργου μέσα σε ρεύμα αέρα. Ο άντρας μου είναι χρυσός άνθρωπος, έξυπνος, πρακτικός, με χέρια που πιάνουν, αλλά και με ψυχή λεπτή σαν πορσελάνη. Όσο εκείνος έστελνε βιογραφικά και έτρεχε σε συνεντεύξεις, εγώ κρατούσα χωρίς πανικό το σπίτι οικονομικά. Είμαι οικονομική αναλύτρια· τους αριθμούς τους εμπιστεύομαι πολύ περισσότερο από τα δράματα.

Η Χρυσοῦλα Παπακώστα, όμως, μόλις μύρισε αλλαγή στον αέρα, συμπέρανε πως αφού ο γιος της είχε προσωρινά «πέσει», η νέα ταΐστρα μεταφερόταν προς τη δική μου πλευρά.

Μέχρι τότε τραβούσε χρήματα από τον Σωτήριος Αγγελόπουλος. Πότε για μια «επείγουσα επέμβαση», πότε για αλλαγή κουφωμάτων, τα οποία, αν την άκουγες, άλλαζαν συχνότερα κι από τη διάθεση εφήβου. Εκείνος αναστέναζε, αλλά πλήρωνε. «Μάνα είναι», έλεγε. Τώρα η κάνουλα είχε κλείσει, κι έτσι η μάνα αποφάσισε να έρθει κατευθείαν στην πηγή.

Το πρώτο καμπανάκι ακούστηκε χαμηλά.

— Ελενίτσα μου, — κελάηδησε στο τηλέφωνο πριν από μία εβδομάδα. — Μου ήρθαν τα κοινόχρηστα και οι λογαριασμοί, παιδί μου, κάτι νούμερα να σου σηκώνεται η τρίχα. Ο Σωτήριος Αγγελόπουλος δεν το σηκώνει. Δεν μου στέλνεις πενήντα ευρώ;

Της τα έστειλα. Δεν ήθελα να φορτώσω τον άντρα μου, γιατί εκείνες τις μέρες είχε ένα σημαντικό δοκιμαστικό για δουλειά.

Το δεύτερο καμπανάκι δεν ήταν πια καμπανάκι· ήταν καμπάνα μητρόπολης. Εμφανίστηκε στο σπίτι μας απροειδοποίητα, την ώρα που τρώγαμε βραδινό.

— Α, γαρίδες! — αναφώνησε, περνώντας στην κουζίνα χωρίς καν να βγάλει τα παπούτσια της. — Και μετά λέτε πως δεν υπάρχουν λεφτά.

— Λεφτά έχω εγώ, — απάντησα με χαμόγελο. — Ο Σωτήριος Αγγελόπουλος βρίσκεται προσωρινά σε δημιουργική παύση.

— Ακριβώς! — είπε και σωριάστηκε στην καρέκλα. — Εσύ έχεις. Ενώ η μάνα του άντρα σου έχει μόνο πίεση και έναν παλιό καναπέ. Και μιας και είπα καναπέ… βρήκα έναν γωνιακό, μοντέλο «Μπέργκαμο». Με μασάζ… δηλαδή, εννοώ, απλώς πολύ άνετο. Κάνει μόνο χίλια πεντακόσια ευρώ. Θα τον βάλεις εσύ σε δόσεις στο όνομά σου; Εσένα θα σου εγκρίνουν αμέσως. Έχεις τίμιο πρόσωπο.

Τότε το αντιμετώπισα με χιούμορ και της είπα πως το πρόσωπό μου στις τράπεζες βρίσκεται σε μαύρη λίστα λόγω υπερβολικής ομορφιάς.

Ψίθυροι Ζωής