“Αν έπεφτε στα χέρια μου ένα τέτοιο ακίνητο, θα σου έδειχνα εγώ πώς θα το αξιοποιούσα” είπε με απροκάλυπτη φιλοδοξία η Κυριακή Παπαδημητρίου, αποκαλύπτοντας την επιθυμία της να βάλει χέρι στην περιουσία

Ζήλια άδικη και ανήθικη βράζει ανεξέλεγκτα
Ιστορίες

και δεν έχεις μάθει να υποψιάζεσαι το κακό. Δεν με πειράζει που ο πατέρας σου άφησε σε εσένα μια τόσο μεγάλη περιουσία. Το περίμενα, για να σου πω την αλήθεια. Ήξερα πως ο Αλέξανδρος Λάμπρος, πριν φύγει από τη ζωή, θα θυμόταν οπωσδήποτε τη μοναχοκόρη του. Έκανε το σωστό, όπως όφειλε η συνείδησή του. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Όμως τώρα δεν μιλάμε γι’ αυτόν, Ελένη μου. Μιλάμε για εσένα.

— Να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά. Οι συγγενείς του άντρα σου μπορεί να προσπαθήσουν να σε ξεγυμνώσουν οικονομικά, λέγοντάς σου πως, έτσι κι αλλιώς, τα χρήματά σου θα μείνουν «στην οικογένεια». Μην πέσεις στην παγίδα τους.

— Εντάξει, μαμά, θα προσέχω, — αποκρίθηκε η Ελένη. — Ειλικρινά, μετά από όσα είδα στο σπίτι του μπαμπά, ακόμη δεν μπορώ να συνέλθω. Είναι απίστευτο μέρος! Δεν ξέρω πώς να σου το περιγράψω… σαν να μπήκα σε παραμυθένιο παλάτι.

— Αχ, κορίτσι μου, — είπε η Αναστασία και χάιδεψε τρυφερά την κόρη της στα μαλλιά. — Κατά βάθος είσαι ακόμη παιδί. Χαίρομαι που η ζωή σού έδωσε επιτέλους κάτι για όλα όσα πέρασες μικρή, για τα δάκρυα και τις στενοχώριες σου.

— Μαμά, πες μου για τον πατέρα μου, — την παρακάλεσε η Ελένη.

— Τι να σου πω; Ήμουν ανόητη. Και περήφανη. Ίσως αν είχα φερθεί διαφορετικά, να ζούσαμε κι οι δυο μας αλλιώς. Να μην παλεύαμε τόσα χρόνια ίσα ίσα για τα βασικά.

Γνώρισα τον Αλέξανδρο όταν εγώ ήμουν είκοσι έξι χρονών κι εκείνος είχε περάσει προ πολλού τα σαράντα. Τον έφεραν τότε στο νοσοκομείο όπου δούλευα, με οξύ περιστατικό. Χρειαζόταν άμεση επέμβαση. Γι’ αυτό δεν κατέληξε σε κάποια ακριβή ιδιωτική κλινική, αλλά στο δημόσιο νοσοκομείο μας, όπου τον μετέφερε το ασθενοφόρο.

Του άρεσα. Με επαινούσε επειδή, όπως έλεγε, έκανα τις ενέσεις χωρίς να πονάει, μιλούσε για τα απαλά μου χέρια και τα όμορφα μάτια μου. Τα έλεγε όλα τόσο ζεστά, τόσο αληθινά, που τον πίστεψα.

Όταν πήρε εξιτήριο, συνεχίσαμε να βλεπόμαστε. Ο πατέρας σου ήξερε να φέρεται σαν κύριος. Με φλέρταρε όμορφα, μου μιλούσε για αγάπη.

Μόλις όμως του ανακοίνωσα ότι ήμουν έγκυος σε εσένα, εξαφανίστηκε. Υπέφερα πολύ τότε. Έκλαιγα ασταμάτητα, γιατί ένιωθα πως είχα υπάρξει απλώς ένα παιχνίδι στα χέρια του. Ο Αλέξανδρος εμφανίστηκε ξανά μόνο αφού γεννήθηκες.

— Και μετά; Γιατί τον έδιωξες, μαμά; — ρώτησε ανυπόμονα η Ελένη.

— Γιατί μου πρότεινε κάτι που με ταπείνωσε αφάνταστα. Ήθελε να γίνω… η συντηρούμενή του. Τότε έμαθα πως ήταν παντρεμένος εδώ και χρόνια. Με τη γυναίκα του δεν είχαν παιδιά, αλλά ο πεθερός του ήταν ισχυρός άνθρωπος, μπλεγμένος σε ύποπτες δουλειές, στα όρια της νομιμότητας. Ο Αλέξανδρος εργαζόταν για εκείνον και ήταν κομμάτι όλου αυτού του μηχανισμού. Γι’ αυτό, όπως μου εξήγησε, δεν μπορούσε να χωρίσει. Αν το έκανε, δεν θα τον άφηναν ζωντανό.

— Και λοιπόν; Τι έγινε ύστερα; Γιατί δεν με άφησες να τον βλέπω; Γιατί δεν δέχτηκες να μας βοηθάει, μαμά; Δούλευες τόσο πολύ, κι όμως δεν είχαμε ποτέ χρήματα! Γιατί ζήσαμε τόσο φτωχικά;

— Σου είπα… ήμουν περήφανη. Σήμερα ίσως να μην έπαιρνα την ίδια απόφαση. Καταλαβαίνω πως σου ήταν δύσκολο να μεγαλώσεις χωρίς πατέρα. Συγχώρεσέ με, Ελένη. Υπήρχε όμως και κάτι άλλο. Φοβόμουν για τη ζωή σου. Αν η γυναίκα του μάθαινε πως υπήρχες, θα μπορούσε να θελήσει εκδίκηση.

— Και αργότερα;

— Πριν από δύο χρόνια, ο Αλέξανδρος ξαναφάνηκε στη ζωή μου. Μου είπε πως ο πεθερός του δεν ζούσε πια και πως πρόσφατα είχε πεθάνει και η γυναίκα του. Μας πρότεινε να μετακομίσουμε μαζί του, στο διαμέρισμά του. Εσύ τότε ήδη έβγαινες με τον Ανδρέα Σπυρόπουλο και όλα πήγαιναν προς γάμο. Κι εγώ… Ξέρεις, είχα πια σβήσει μέσα μου. Είχα κουραστεί να περιμένω την ευτυχία. Μόνη μου ένιωθα καλύτερα απ’ ό,τι θα ένιωθα δίπλα σε οποιονδήποτε.

Η Ελένη έφυγε από το σπίτι της μητέρας της με το μυαλό γεμάτο σκέψεις. Το ίδιο βράδυ χτύπησε το τηλέφωνό της. Ήταν η πεθερά της.

— Λοιπόν, Ελένη Μακρή, τι θα γίνει; Δεν θα μας δείξεις την κληρονομιά σου; Άντε, καμάρωσε λίγο, καιρός είναι!

— Θέλετε να δείτε το σπίτι του πατέρα μου; — είπε η Ελένη ήρεμα. — Εντάξει. Αύριο θα είμαι εκεί από το πρωί, γιατί πρέπει να ψάξω τα χαρτιά του. Η μαμά μου είπε πως υπάρχουν γράμματα που άφησε για μένα. Ελάτε. Θα σας στείλω τη διεύθυνση.

Την επόμενη μέρα, η Μαρία Σιδέρης και η κόρη της περπατούσαν μέσα στο διαμέρισμα σχεδόν αμίλητες, με μάτια ορθάνοιχτα από την έκπληξη. Περίμεναν, βέβαια, να αντικρίσουν ένα πολυτελές σπίτι. Δεν είχαν φανταστεί όμως κάτι τέτοιο.

Παρότι οι δυο γυναίκες προσπαθούσαν να χαμογελούν, τα χαμόγελά τους έβγαιναν σφιγμένα και αφύσικα.

Ψίθυροι Ζωής