“Αν έπεφτε στα χέρια μου ένα τέτοιο ακίνητο, θα σου έδειχνα εγώ πώς θα το αξιοποιούσα” είπε με απροκάλυπτη φιλοδοξία η Κυριακή Παπαδημητρίου, αποκαλύπτοντας την επιθυμία της να βάλει χέρι στην περιουσία

Ζήλια άδικη και ανήθικη βράζει ανεξέλεγκτα
Ιστορίες

Σιγά σιγά αποκαλύφθηκε πως ο πατέρας μου ήταν πολύ μεγαλύτερος από τη μητέρα μου και πως είχε μια επιχείρηση που έφερνε πολλά χρήματα. Ίσως μάλιστα να μην ήταν όλα απολύτως καθαρά γύρω από αυτήν, — είπε συλλογισμένη η Ελένη Μακρή.

— Εκτός από εσένα, δεν είχε άλλους κληρονόμους; — ρώτησε ο Ανδρέας Σπυρόπουλος, φανερά προβληματισμένος. — Περίεργη ιστορία. Νομίζω πως ήρθε η ώρα να μιλήσουμε με την Αναστασία Γρηγοροπούλου. Να της ζητήσουμε να μας πει επιτέλους όλη την αλήθεια.

— Δεν ξέρω αν η μητέρα μου θα θελήσει να ανοίξει τέτοια κουβέντα, — αποκρίθηκε εκείνη με δισταγμό. — Όμως θα τη ρωτήσω. Κι εγώ θέλω να μάθω ποιος ήταν πραγματικά ο πατέρας μου και για ποιον λόγο η μαμά αρνήθηκε τη βοήθειά του, ενώ τη χρειαζόμασταν τόσο πολύ.

Λίγες μέρες νωρίτερα, το ζευγάρι είχε επισκεφθεί το μεγάλο, πολυτελώς επιπλωμένο διαμέρισμα που ανήκε στον πατέρα της και είχε περάσει πλέον στην Ελένη ως κληρονομιά. Αυτό που αντίκρισαν τους άφησε άφωνους: στους τοίχους κρέμονταν πανέμορφοι πίνακες, στις γωνίες δέσποζαν παλιά βάζα, ενώ βαριά αντικέ έπιπλα από μαόνι και άλλα ακριβά αντικείμενα διακόσμησης έδιναν στον χώρο την όψη ιδιωτικής συλλογής.

— Απίστευτο! — αναφώνησε ο Ανδρέας, χωρίς να προσπαθήσει καν να κρύψει τον ενθουσιασμό του. — Αυτό δεν είναι σπίτι, μουσείο είναι! Βέβαια, για να ζει κανείς εδώ, δεν ξέρω αν είναι πρακτικό. Τα πουλάμε όλα, παίρνουμε ένα σύγχρονο σπιτάκι κάπου πιο ήσυχα, κοντά στη φύση, τι λες, Ελένη μου; Και θα μας μείνουν και πάρα πολλά για να ζούμε άνετα. Πλέον ούτε δουλειά δεν θα χρειάζεται.

— Δεν ξέρω… Δεν έχω αποφασίσει ακόμα. Πρέπει πρώτα να το συνειδητοποιήσω. Όλο αυτό είναι πολύ ξαφνικό για μένα, — ψιθύρισε η Ελένη, ακόμη συγκλονισμένη από όσα έβλεπε.

Περπατούσε σαν υπνωτισμένη από δωμάτιο σε δωμάτιο, κάτω από τα ψηλά ταβάνια. Άγγιζε τις βαριές κουρτίνες, χάιδευε σχεδόν με σεβασμό τα καλοδουλεμένα έπιπλα και στεκόταν για ώρα μπροστά στους πίνακες, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει τις ιστορίες που έκρυβαν μέσα τους.

— Μα τι να σκεφτείς; — επέμενε ο άντρας της. — Τα πουλάμε και τελειώσαμε. Δεν θα μείνουμε δα εδώ μέσα!

Την ίδια στιγμή, η πεθερά της και η κουνιάδα της δεν έχαναν χρόνο. Ετοίμαζαν ήδη το σχέδιό τους.

— Πρέπει να της το παρουσιάσουμε έτσι: η Ελένη είναι μέλος της οικογένειάς μας, σωστά; Άρα ό,τι έχει εκείνη, κατά κάποιον τρόπο, ανήκει και σε εμάς, — έλεγε με θέρμη η Κυριακή Παπαδημητρίου, προσπαθώντας να πείσει τη μητέρα της.

— Τη θεωρείς τόσο άμυαλη; — απόρησε η Μαρία Σιδέρης. — Ναι, η Ελένη είναι χαμηλών τόνων, αλλά εντελώς κουτή δεν είναι.

— Έλα τώρα, μαμά! Θυμήσου μέσα σε τι φτώχεια μεγάλωσε. Η Ελένη δεν έχει ιδέα ούτε πόσο μπορεί να αξίζουν όλα αυτά. Και η συμπεθέρα μας, η μάνα της, δεν μου φαίνεται και ιδιαίτερα στα λογικά της. Σκέψου λίγο: τι μπορούσε να της μάθει; Τι αρχές να της περάσει; Πάντως να τα βάλει μαζί μας, αποκλείεται, — αντέτεινε η Κυριακή.

— Έχεις δίκιο, παιδί μου, — παραδέχτηκε η Μαρία. — Τι να τα κάνει όλα αυτά; Δεν θα μπορέσει να διαχειριστεί τέτοια περιουσία με μυαλό. Ή θα τη σκορπίσει από τον ενθουσιασμό της ή θα τη μοιράσει από καλοσύνη. Της ταιριάζει να κάνει κάτι τέτοιο.

— Αυτό ακριβώς λέω κι εγώ! Πρέπει να την πείσουμε πως εμείς οι δύο είμαστε οι κατάλληλες για να αναλάβουμε την πώληση και του διαμερίσματος και όσων υπάρχουν μέσα. Θα βρούμε γρήγορα ανθρώπους που ξέρουν από τέτοιες δουλειές, — εξηγούσε η Κυριακή, έχοντας ήδη στο μυαλό της την ξένη περιουσία.

— Ναι, κορίτσι μου, — συμφώνησε η μητέρα της. — Σε αυτό δεν έχεις άδικο. Δεν είναι απλή υπόθεση. Δεν πουλάς κανένα φτηνό διαμέρισμα στην άκρη της πόλης. Εδώ χρειάζεται άλλη προσέγγιση.

— Θα της πω ξεκάθαρα πως δεν καταλαβαίνει τίποτα από τέτοια πράγματα και πως σίγουρα θα τη γελάσουν. Θα της φάνε τα λεφτά μέσα από τα χέρια, της καημένης. Κι εδώ μιλάμε για τεράστια ποσά! — συνέχισε η Κυριακή, όλο και πιο παρασυρμένη από τη σκέψη των χρημάτων.

— Μπράβο, Κυριακή μου, εσύ έχεις μυαλό! Κάνε ό,τι πρέπει. Εμείς πάντως χαμένες δεν θα βγούμε. Μόνο να φροντίσουμε να μας γράψει γρήγορα μια γενική εξουσιοδότηση, για να μπορέσουμε να κινηθούμε για την πώληση όλων αυτών των θησαυρών.

Η μητέρα της Ελένης, που δεν ήταν καθόλου τόσο αφελής όσο νόμιζε η συμπεθέρα της, περίμενε περίπου μια τέτοια αντίδραση. Γι’ αυτό κάλεσε την κόρη της να τη δει μόνη της, χωρίς τον άντρα της, αποφασισμένη να την προφυλάξει από πιθανά λάθη.

— Ελένη, πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά, — άρχισε η Αναστασία Γρηγοροπούλου με σταθερή φωνή. — Είσαι πολύ καλή, πολύ άδολη και εμπιστεύεσαι εύκολα τους ανθρώπους.

Ψίθυροι Ζωής