“Αν έπεφτε στα χέρια μου ένα τέτοιο ακίνητο, θα σου έδειχνα εγώ πώς θα το αξιοποιούσα” είπε με απροκάλυπτη φιλοδοξία η Κυριακή Παπαδημητρίου, αποκαλύπτοντας την επιθυμία της να βάλει χέρι στην περιουσία

Ζήλια άδικη και ανήθικη βράζει ανεξέλεγκτα
Ιστορίες

— Όχι, πραγματικά μένω άφωνη… να που σε μερικούς η τύχη πέφτει κυριολεκτικά από τον ουρανό! Πλούτη χωρίς να κουνήσεις ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι. Μια στιγμή πριν είσαι κανένας και την επόμενη είσαι πλούσια, μουρμούριζε με φανερή πικρία η Κυριακή Παπαδημητρίου.

— Έτσι ακριβώς, κόρη μου. Άμα σου χαμογελάσει η μοίρα, σου χαμογελάσει για τα καλά, συμφώνησε η Μαρία Σιδέρης. — Και πες μου τώρα, τι να την κάνει εκείνη ένα τέτοιο διαμέρισμα; Κι όχι όπου κι όπου, αλλά σε παλιό αρχοντικό, μέσα στην καρδιά της πόλης! Ούτε να φανταστώ δεν μπορώ πόσο θα πιάνει σήμερα στην αγορά.

— Κι εγώ το ίδιο αποσβολωμένη είμαι. Ποιος να το περίμενε από τη δική μας τη χαμηλοβλεπούσα; συνέχισε η Κυριακή Παπαδημητρίου, χωρίς να κρύβει την ενόχλησή της.

— Κι απ’ ό,τι μου έλεγε ο Ανδρέας Σπυρόπουλος, εκεί μέσα υπάρχουν τα πάντα. Έπιπλα αντίκες, πίνακες ζωγραφισμένοι με λάδι, πανάκριβα πράγματα, παλιά σερβίτσια… ολόκληρος θησαυρός.

— Να λοιπόν που στάθηκε τυχερός ο Ανδρέας Σπυρόπουλος, είπε η Κυριακή Παπαδημητρίου στη μητέρα της. — Κι αν τη δεις τη γυναίκα του, τίποτα το ιδιαίτερο. Ούτε κορμοστασιά ούτε πρόσωπο. Τι της βρήκε ο αδελφός μου, ποτέ δεν κατάλαβα. Και τώρα αποδεικνύεται πως είναι σαν να κέρδισε λαχείο. Αχ, να συνέβαινε σε μένα κάτι τέτοιο! Εγώ και όμορφη είμαι και μυαλό έχω, και η εμφάνισή μου δεν περνά απαρατήρητη. Αν έπεφτε στα χέρια μου ένα τέτοιο ακίνητο, θα σου έδειχνα εγώ πώς θα το αξιοποιούσα. Ω, θα γινόταν χαμός!

Μάνα και κόρη ετοιμάζονταν να πάνε επίσκεψη στον γιο και στη νύφη. Από την προηγούμενη μέρα, όταν ο Ανδρέας Σπυρόπουλος τούς είχε μεταφέρει το απίστευτο νέο, καμία από τις δύο δεν μπορούσε να ησυχάσει. Η ζήλια και η αγανάκτηση είχαν φωλιάσει βαθιά μέσα τους.

Ωστόσο, πάνω απ’ όλα τα άλλα συναισθήματα, κυριαρχούσε μια πιο σκοτεινή επιθυμία: να βάλουν με κάποιον τρόπο χέρι σε περιουσία που δεν τους ανήκε. Αυτή η σκέψη ήταν που δεν τις άφηνε σε ησυχία.

Όλα είχαν ξεκινήσει μία εβδομάδα νωρίτερα, όταν, προς γενική έκπληξη —και πρώτα απ’ όλα προς έκπληξη της ίδιας της Ελένης Μακρή— έφτασε η είδηση ότι είχε γίνει κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας.

— Έχω απορία, είπε τότε ο Ανδρέας Σπυρόπουλος, εξίσου σαστισμένος με τη γυναίκα του. — Γιατί δεν μου είχες πει ποτέ ότι είχες τόσο πλούσιο πατέρα; Εσύ η ίδια μου έλεγες πως ζούσατε με τη μητέρα σου σε ένα άθλιο μικρό δυάρι στα προάστια και με το ζόρι τα βγάζατε πέρα. Μου είχες μιλήσει και για τα παιδιά στο σχολείο που σε κορόιδευαν για τα φτηνά ρούχα και τα παπούτσια σου. Ότι τρώγατε όπως όπως και περιμένατε να έρθει ο μισθός για να ανασάνετε. Και τώρα ξαφνικά τι μαθαίνουμε; Ότι ο πατέρας σου ήταν πάμπλουτος;

— Μέχρι πριν από λίγες μέρες δεν ήξερα σχεδόν τίποτα γι’ αυτόν, προσπάθησε να εξηγήσει η Ελένη Μακρή. — Η μητέρα μου δεν μιλούσε ποτέ για εκείνον. Το μόνο που γνώριζα ήταν πως κάποτε την πρόδωσε και, ύστερα απ’ αυτό, εκείνη του απαγόρευσε να ξαναμπεί στη ζωή μας.

— Σαν ταινία ακούγεται.

— Μακάρι να ήταν έτσι. Στην πραγματικότητα, όλα ήταν πολύ πιο πεζά. Αν και υπήρξαν μερικά παράξενα περιστατικά… Ήμουν ακόμη μαθήτρια, όταν κάποιες φορές σταματούσε δίπλα μου στον δρόμο ένα μεγάλο, όμορφο αυτοκίνητο. Μέσα καθόταν πάντα ο ίδιος άντρας και με κοιτούσε επίμονα. Δεν έλεγε λέξη, δεν με ρωτούσε τίποτα. Ύστερα ο οδηγός μού έδινε ένα μεγάλο λούτρινο παιχνίδι και μια σακούλα με γλυκά και φρούτα, και μετά έφευγαν.

— Σου λέω, είναι σαν σενάριο κινηματογραφικό, επέμεινε έκπληκτος ο Ανδρέας Σπυρόπουλος.

— Η μητέρα μου όμως… ό,τι έφερνα στο σπίτι, το πετούσε. Εγώ έκλαιγα με λυγμούς, γιατί λυπόμουν τα δώρα. Εκείνη, με τον μικρό της μισθό, δεν μπορούσε να μου αγοράζει τέτοια πράγματα. Ή, αν το έκανε, συνέβαινε πολύ σπάνια.

— Ε, συγγνώμη, αλλά η πεθερά μου μάλλον δεν το είχε και πολύ με τη λογική! αγανάκτησε ο άντρας της.

— Ανδρέα, σταμάτα! Πώς μιλάς έτσι; Είναι η μητέρα μου, είπε πληγωμένη η Ελένη Μακρή.

— Και τι, δηλαδή, έχω άδικο; Ζούσε μέσα στη φτώχεια και μεγάλωνε κι εσένα σχεδόν στερημένη. Ήξερε σίγουρα πώς σου φέρονταν τα άλλα παιδιά, κι όμως σε άφηνε να υποφέρεις. Και αρνήθηκε τα χρήματα του πρώην άντρα της. Τα λεφτά δεν έχουν μυρωδιά, το ξέρεις. Πώς να το πω αλλιώς;

— Προσπάθησε να καταλάβεις, η μητέρα μου ήταν πολύ περήφανη γυναίκα. Κι ούτε εγώ ούτε εσύ γνωρίζουμε τι πραγματικά συνέβη ανάμεσά τους. Γι’ αυτό δεν τη δικάζω εγώ, και δεν θα επιτρέψω να το κάνεις ούτε εσύ.

Ψίθυροι Ζωής