— Θέλω να μου ζητήσετε συγγνώμη, — είπε χαμηλόφωνα η Αλεξάνδρα Καρακώστα, κοιτάζοντας ίσια την πεθερά της. — Όχι επειδή κρατάω κακία. Αλλά γιατί, αν τώρα κάνω πως δεν συνέβη τίποτα, θα πιστέψετε ότι μπορείτε να συνεχίσετε έτσι. Και δεν μπορείτε. Ούτε απέναντί μου ούτε απέναντι σε κανέναν.
— Συγγνώμη; — Η Αγγελική Οικονόμου τίναξε το κεφάλι της. — Είμαι τριάντα χρόνια μεγαλύτερή σου! Θα μπορούσες να είσαι κόρη μου!
— Η ηλικία δεν δίνει άδεια για αγένεια, — απάντησε η Αλεξάνδρα Καρακώστα, κουνώντας ήρεμα το κεφάλι. — Μπορώ να σταθώ δίπλα σας σαν καλή νύφη. Μπορώ να σας σέβομαι. Δεν μπορώ όμως να ανέχομαι να με αρπάζουν, να μου υπαγορεύουν τι θα φάω, τι θα μαγειρέψω, πώς θα ζήσω. Αυτή είναι η δική μου ζωή. Και του Νικόλαου Παυλού. Τη χτίζουμε οι δυο μας.
Ο Νικόλαος Παυλού έσφιξε πιο δυνατά τα δάχτυλά της.
— Μαμά, σε αγαπώ, — είπε. — Αλλά αν δεν μάθεις να σέβεσαι τα όρια της Αλεξάνδρας Καρακώστα, θα βλεπόμαστε πιο αραιά. Πολύ πιο αραιά.
Η Αγγελική Οικονόμου σώπασε. Στα μάτια της ανακατεύονταν θυμός, πίκρα και, βαθιά στον πυθμένα τους, η αμηχανία ενός ανθρώπου που πρώτη φορά έβρισκε μπροστά του κάποιον που αρνιόταν να παίξει με τους δικούς του κανόνες.
— Με κοροϊδεύετε, — ψιθύρισε ύστερα από λίγο. — Δικοί μου άνθρωποι…
— Το αίμα δεν δικαιολογεί την προσβολή, — είπε σιγανά η Αλεξάνδρα Καρακώστα. — Θα έπρεπε να είναι λόγος για τρυφερότητα, όχι αφορμή για διαταγές και χέρια που αρπάζουν.
Εκείνο το βράδυ έφυγαν νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως, αφήνοντας το γιορτινό τραπέζι μισοτελειωμένο. Στην πόρτα, ο Νικόλαος Παυλού φίλησε τη μητέρα του στο μάγουλο και της είπε πως θα την έπαιρνε τηλέφωνο σε δυο μέρες. Η Αγγελική Οικονόμου δεν αποκρίθηκε· γύρισε μόνο το πρόσωπό της προς το παράθυρο.
Στο αυτοκίνητο, η Αλεξάνδρα Καρακώστα έμεινε ώρα σιωπηλή, παρακολουθώντας τα φώτα του δρόμου να χάνονται πίσω τους.
— Σε ευχαριστώ που στάθηκες δίπλα μου, — είπε τελικά.
— Δεν ήταν δύσκολο, — απάντησε ο Νικόλαος Παυλού, παρόλο που και οι δυο ήξεραν πως αυτό δεν ήταν αλήθεια. — Απλώς… ξαφνικά κατάλαβα ότι τριάντα χρόνια είχα συνηθίσει να το θεωρώ φυσιολογικό. Κι όμως, δεν είναι.
Οι μήνες που ακολούθησαν δεν ήταν εύκολοι. Η Αγγελική Οικονόμου τηλεφωνούσε σπανιότερα, τους καλούσε στις γιορτές με μια ψυχρότητα σχεδόν επιδεικτική, και καμιά φορά «ξεχνούσε» να τους ενημερώσει για σχέδια που τους αφορούσαν. Η παλιά οικειότητα ανάμεσα σε πεθερά και νύφη δεν γεννήθηκε ποτέ — κι ούτε την αναζήτησαν πια.
Όμως τα βράδια, όταν ο Νικόλαος Παυλού γύριζε από τη δουλειά και στην κουζίνα σιγόβραζε η σούπα της Αλεξάνδρας Καρακώστα, φτιαγμένη με τη δική της συνταγή και χωρίς ξένες εντολές, μέσα στο σπίτι απλωνόταν εκείνη η σπάνια γαλήνη που υπάρχει μόνο εκεί όπου κανείς δεν φοβάται να είναι ο εαυτός του.
