— Δεν σας βάζω κανέναν όρο, — είπε η Αλεξάνδρα Καρακώστα. Με δυο δάχτυλα έπιασε τον καρπό της πεθεράς της, χωρίς βιασύνη, χωρίς απότομη κίνηση, και απομάκρυνε το χέρι της από το πρόσωπό της. — Σας λέω απλώς να μη με αγγίζετε. Αυτό δεν είναι θέμα προς συζήτηση.
— Μα πώς τολμάς! — πνίγηκε από την αγανάκτηση η Αγγελική Οικονόμου. — Εγώ σε έβαλα μέσα στο σπίτι, σε κάθισα στο τραπέζι μας, κι εσύ σπρώχνεις τα χέρια μου; Αχάριστη!
Τότε μπήκε σχεδόν τρέχοντας στην κουζίνα ο Νικόλαος Παυλού. Προφανώς είχε ακούσει τις φωνές. Το βλέμμα του πέρασε γρήγορα από τη μία στην άλλη: το κοκκινισμένο σαγόνι της γυναίκας του, το παραμορφωμένο από θυμό πρόσωπο της μητέρας του, το μαχαίρι που είχε μείνει πεταμένο πάνω στην επιφάνεια κοπής.
— Τι συμβαίνει εδώ; — ρώτησε χαμηλόφωνα, μα στη φωνή του υπήρχε μια χροιά που ούτε ο ίδιος δεν αναγνώριζε.
— Η γυναίκα σου μου μιλάει με θράσος! — άρπαξε αμέσως την ευκαιρία η Αγγελική Οικονόμου. — Της είπα μια κουβέντα για το πρωινό κι εκείνη άρχισε να μου κάνει κήρυγμα, να μου τινάζει τα χέρια λες και είμαι καμιά ξένη!
— Η μητέρα σου με έπιασε από το πρόσωπο, — είπε η Αλεξάνδρα Καρακώστα απλά, χωρίς θεατρινισμούς, σαν να ανέφερε ένα γεγονός. — Της ζήτησα να τραβήξει το χέρι της. Δεν το έκανε.
— Δεν την έπιασα! Της γύρισα το πρόσωπο για να με κοιτάζει στα μάτια όταν της μιλάω! — διαμαρτυρήθηκε η πεθερά. — Από πότε αυτό είναι έγκλημα;
Ο Νικόλαος Παυλού έμεινε σιωπηλός για λίγες στιγμές. Κοιτούσε πότε τη μητέρα του και πότε τη γυναίκα του, και κάτι άλλαζε στα χαρακτηριστικά του, σαν να γκρεμιζόταν μπροστά του μια παλιά, βολική εικόνα: εκείνη όπου η μητέρα είχε πάντα δίκιο και κάθε ένταση λυνόταν με ένα νεύμα και σιωπηλή υποχώρηση.
— Μαμά, — είπε τελικά, — δεν έχεις δικαίωμα να αγγίζεις την Αλεξάνδρα Καρακώστα. Ποτέ. Ούτε από το σαγόνι, ούτε από το χέρι, ούτε από πουθενά.
— Νικόλαος Παυλού! — αναφώνησε η Αγγελική Οικονόμου, πιέζοντας την παλάμη της στο στήθος, λες και τη χτύπησαν με μαχαίρι. — Με ποιανού το μέρος είσαι επιτέλους;
— Με το μέρος της λογικής, — απάντησε εκείνος. — Την πληγώνεις συνέχεια. Μια δεν σου κάνει το φαγητό, μια δεν σου αρέσει ο χαρακτήρας της, και τώρα άρχισες να απλώνεις και χέρια. Αυτό πρέπει να σταματήσει.
— Εγώ σε μεγάλωσα μόνη μου, ο πατέρας σου ήταν μονίμως χαμένος στη δουλειά, σου έδωσα τα πάντα, κι εσύ τώρα με μαλώνεις μπροστά στη νύφη μου; — η φωνή της πεθεράς ανέβηκε σε στριγκή κραυγή.
— Δεν σε μαλώνω. Σου ζητώ να σέβεσαι τη γυναίκα μου, — είπε ο Νικόλαος Παυλού και πλησίασε την Αλεξάνδρα Καρακώστα, πιάνοντάς της το χέρι. — Αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο, μαμά.
Η Αγγελική Οικονόμου κάθισε στο σκαμπό σαν να της κόπηκαν τα γόνατα και ξέσπασε σε κλάματα, δυνατά, με αναφιλητά. Όμως η Αλεξάνδρα Καρακώστα πρόσεξε κάτι: τα δάκρυα κυλούσαν, μα το βλέμμα της παρέμενε άγρυπνο και υπολογιστικό, λες και μετρούσε τι αποτέλεσμα είχαν τα δάκρυά της.
