“Επιτέλους. Νόμιζα πως ξεχάσατε πια τον δρόμο για το πατρικό” είπε η Αγγελική Οικονόμου στην είσοδο, ρίχνοντας ειρωνεία που τάραξε την Αλεξάνδρα

Η οικογένεια είναι αδιάντροπα επικριτική και ασφυκτική.
Ιστορίες

Η Αγγελική Οικονόμου δυνάμωσε τη φωνή της, σαν να ήθελε να ακουστεί σε όλο το σπίτι.

— Σε σένα μιλάω, κι εσύ στέκεσαι λες και κατάπιες τη γλώσσα σου. Να ξέρεις, αυτό δεν είναι τρόπος. Με τους μεγαλύτερους απαντούν, δεν παριστάνουν τις άφωνες, σαν να κάνουν και χάρη που βρίσκονται εδώ.

Η Αλεξάνδρα Καρακώστα άφησε προσεκτικά το μαχαίρι στην άκρη του πάγκου.

— Σας ακούω, κυρία Οικονόμου. Απλώς δεν βρίσκω λόγο να ανοίξουμε καβγά για το τι τρώω το πρωί. Είναι προσωπικό μου θέμα.

— Προσωπικό σου; — Η πεθερά τίναξε τα χέρια της, ακόμη λερωμένα με μαγιονέζα. — Από πότε, παρακαλώ, υπάρχουν «προσωπικά θέματα» μέσα στη δική μου οικογένεια; Τώρα είσαι Παυλού, δεν είσαι ό,τι ήσουν πριν. Κι αφού μπήκες σ’ αυτό το σπίτι, τα θέματα είναι οικογενειακά, κοινά!

— Το επίθετο δεν σας δίνει δικαίωμα να αποφασίζετε τι θα βάλω στο πιάτο μου για πρωινό, — απάντησε η Αλεξάνδρα χαμηλόφωνα, όμως χωρίς να λυγίσει.

Για μια στιγμή απλώθηκε σιωπή. Από το διπλανό δωμάτιο ακούστηκε η χαρούμενη κραυγή του Νικόλαου Παυλού — προφανώς κάποιος είχε βάλει γκολ. Στην κουζίνα, αντίθετα, η ατμόσφαιρα βάρυνε απότομα.

— Ώστε έτσι μιλάμε τώρα, — είπε μέσα από τα δόντια της η Αγγελική Οικονόμου. — Παλιά δεν έβγαζες άχνα, κι έλεγες μόνο ναι και ναι. Τώρα ξαφνικά θυμήθηκες τα δικαιώματά σου. Το ήξερα εγώ πως αυτή η ανεξαρτησία σου δεν θα έβγαινε σε καλό. Να φωνάξω τον Νικόλαο Παυλού να ακούσει πώς μιλάς στη μάνα του!

— Δεν θέλω να μαλώσουμε, — προσπάθησε η Αλεξάνδρα να χαμηλώσει τους τόνους. — Ας τελειώσουμε απλώς τη σαλάτα.

Όμως η Αγγελική Οικονόμου είχε ήδη πάρει φόρα. Έκανε ένα βήμα πίσω, την κοίταξε εξεταστικά από την κορυφή ως τα νύχια και, ξαφνικά, άρπαξε την Αλεξάνδρα από το πιγούνι, γυρίζοντας απότομα το πρόσωπό της προς το μέρος της.

— Θα με κοιτάς όταν σου μιλάω, — σύριξε. — Κοίτα την, γυρίζει και τα μάτια αλλού, λες και δεν έχει τίποτα για να ντρέπεται. Κι όμως έχεις, χρυσή μου. Κακομαθαίνεις τον άντρα μου με τις δίαιτές σου και από πάνω μας δείχνεις και χαρακτήρα!

Η Αλεξάνδρα πάγωσε. Τα δάχτυλα της πεθεράς της είχαν σφίξει το πιγούνι της πολύ πιο δυνατά απ’ όσο περίμενε, και τα νύχια χάραξαν ελαφρά το δέρμα της. Από τον πόνο και την αιφνιδιαστική κίνηση, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, μα δεν κατέβασε το βλέμμα.

— Αφήστε με, — είπε με φωνή επίπεδη, σχεδόν ξένη.

— Τι είπες; — έκανε η Αγγελική Οικονόμου, σαν να μην είχε ακούσει.

— Είπα να πάρετε το χέρι σας από το πρόσωπό μου. Τώρα.

Η Αγγελική Οικονόμου δεν το τράβηξε. Αντίθετα, έσφιξε ακόμη περισσότερο τα δάχτυλά της, λες και ήθελε να της αποδείξει ποια έκανε κουμάντο εκεί μέσα.

— Μη μου βάζεις εμένα όρους, — πέταξε, μπερδεύοντας τις λέξεις από την οργή της. — Δεν ήρθα να σε χτυπήσω, ήρθα να σε βάλω στη θέση σου! Παντρεύτηκες, λοιπόν μάθε ποιος έχει τον πρώτο λόγο εδώ. Εγώ είμαι η μάνα του Νικόλαου Παυλού, όχι εσύ.

Ψίθυροι Ζωής