Ο Νικόλαος Παυλού πήγε την Αλεξάνδρα Καρακώστα στους γονείς του για το κυριακάτικο τραπέζι, όπως κάθε φορά: ακριβώς στις δύο, κρατώντας ένα γλυκό από ζαχαροπλαστείο της Πανεπιστημίου και ένα μπουκέτο χρυσάνθεμα για τη μητέρα του. Η Αγγελική Οικονόμου τούς άνοιξε φορώντας ποδιά που μύριζε κρεμμύδι και δάφνη, και πριν ακόμη μπουν καλά καλά, είπε:
— Επιτέλους. Νόμιζα πως ξεχάσατε πια τον δρόμο για το πατρικό.
— Μαμά, ήμασταν εδώ την περασμένη εβδομάδα, — απάντησε κουρασμένα ο Νικόλαος Παυλού, αγκαλιάζοντάς την.
— Μια εβδομάδα φτάνει για να ξεχάσει κανείς, — τον έκοψε εκείνη και στράφηκε αμέσως προς τη νύφη της. — Αλεξάνδρα Καρακώστα, πέρασε μέσα να με βοηθήσεις με τη σαλάτα. Τα χέρια σου τα έπλυνες;
Η Αλεξάνδρα Καρακώστα είχε παντρευτεί τον Νικόλαο Παυλού πριν από οκτώ μήνες. Δίδασκε αγγλικά σε ιδιωτικό σχολείο και ήταν ήρεμη, λιγομίλητη, από εκείνους τους ανθρώπους που σκέφτονται πρώτα και μιλούν μετά. Για την Αγγελική Οικονόμου, όμως, αυτή η αυτοσυγκράτηση έμοιαζε με αλαζονεία.

Η πεθερά της ανήκε στις γυναίκες που κυβερνούν την κουζίνα σαν καπετάνιοι σε γέφυρα πλοίου και δεν ανέχονται ούτε καρότο κομμένο «λάθος» ούτε σούπα αλατισμένη «με το μάτι».
— Φυσικά, θα βοηθήσω, — είπε η Αλεξάνδρα Καρακώστα. Έβγαλε τη βέρα της, την πέρασε σε μια αλυσίδα και σήκωσε τα μανίκια του πουλόβερ της.
Για το πρώτο μισάωρο όλα κύλησαν όπως συνήθως. Η Αγγελική Οικονόμου έδινε οδηγίες, η Αλεξάνδρα Καρακώστα έκοβε τα υλικά, ενώ ο Νικόλαος Παυλού με τον πατέρα του έβλεπαν ποδόσφαιρο στο διπλανό δωμάτιο. Από εκεί έφτανε ο χαμηλός βόμβος της τηλεόρασης, ανακατεμένος με τη μυρωδιά του κρεμμυδιού που τσιγαριζόταν.
— Μην κόβεις τόσο ψιλό το αγγούρι, — είπε ξαφνικά η πεθερά, κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο της. — Δεν φτιάχνουμε σαλάτα για εστιατόριο, για την οικογένεια είναι. Πιο χοντρά, να το νιώθει ο άνθρωπος.
— Εντάξει, — αποκρίθηκε υπάκουα η Αλεξάνδρα Καρακώστα και πήρε άλλο αγγούρι.
— Και μιας και το λέμε, — συνέχισε η Αγγελική Οικονόμου, χωρίς να σκοπεύει να σταματήσει, — καιρό θέλω να σου πω πως πρέπει να μάθεις να μαγειρεύεις κανονικά. Όχι αυτά τα γιαουρτάκια με τη γκρανόλα που τρως για πρωινό. Ο άντρας χρειάζεται ζεστό φαγητό, όχι διαιτητικές ανοησίες. Ο Νικόλαος Παυλού μου λάτρευε πάντα τα μπιφτέκια, ενώ τώρα ποιος ξέρει, μπορεί να γυρίζει νηστικός.
— Ο Νικόλαος Παυλού δεν έχει παραπονεθεί, — απάντησε ήρεμα η Αλεξάνδρα Καρακώστα, χωρίς να σηκώσει τα μάτια από το ξύλο κοπής.
— Και να θέλει, δεν θα παραπονεθεί. Είναι καλοαναθρεμμένος, — ξεφύσησε η πεθερά. — Εγώ όμως βλέπω πως το παιδί μου αδυνάτισε. Άρα δεν τον ταΐζεις σωστά.
Η Αλεξάνδρα Καρακώστα δεν είπε τίποτα. Είχε μάθει πια να μη δίνει μάχες για μικροπράγματα, να αφήνει τις αιχμές να περνούν δίπλα της και να φυλάει τις δυνάμεις της για όσα άξιζαν πραγματικά. Εκείνη τη μέρα, όμως, η πεθερά της έδειχνε αποφασισμένη να ξεπεράσει τα συνηθισμένα όρια.
— Με ακούς καθόλου; — ρώτησε η Αγγελική Οικονόμου.
